Τo κάθαρμα, οι αδίστακτοι και οι φταίχτες

του Κωνσταντίνου Βαθιώτη

Η σταθερά εκβιαστική πολιτική της παρούσας κυβέρνησης, η οποία προσπαθεί να χειραγωγήσει την ψυχή και τη συνείδηση των Ελλήνων, ώστε να τους εξαναγκάσει να προσφέρουν το μπράτσο τους στον χειριστή της σύριγγας, καθιστά εξαιρετικά επίκαιρη μια αποφθεγματική ρήση που εντοπίζεται στο περίφημο δοκίμιο του Σπινόζα «Περί της ελευθερίας της σκέψης σε ένα ελεύθερο κράτος» (μτφ. Ε. Βαμπούλης / Ά. Στυλιανού, εκδ. Άγρα, Αθήνα 2014, σελ. 63): «Κανένας δεν μπορεί να μεταβιβάσει στον άλλον το φυσικό του δικαίωμα, δηλαδή την ικανότητά του να σκέφτεται ελεύθερα και να κρίνει όλα τα πράγματα, ούτε μπορεί να εξαναγκαστεί να το κάνει. Γι’ αυτό και μια εξουσία θεωρείται βίαιη όταν επιχειρεί να επιβληθεί στις ψυχές».

Συνακολούθως, είναι απολύτως αναμενόμενο για την (εκ)βιαζόμενη από την κρατική εξουσία ελληνική ψυχή να καταλαμβάνεται από μένος εναντίον του (εκ)βιαστή της, το οποίο εκφράζεται κατ’ αρχάς σε επικοινωνιακό επίπεδο. Έτσι εξηγείται η ύβρις «Μητσοτάκη κάθαρμα», η οποία εκτοξεύθηκε από συγκεντρωμένο πλήθος εναντίον του Έλληνα πρωθυπουργού, όταν προσερχόταν (κρατώντας μια υπερμεγέθη ομπρέλα ξενοδοχείου!) στον Ιερό Ναό της Μητροπόλεως, προκειμένου να παραστεί στη νεκρώσιμη ακολουθία για τον Μίκη Θεοδωράκη.

Η ιστορία λοιπόν επαναλαμβάνεται με έναν αρμονικό τρόπο: Αποδέκτης της ίδιας ύβρεως είχε γίνει προ 56 ετών και ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης: «Μητσοτάκη κάθαρμα, τι είναι αυτά που κάνεις; Προδότης εγεννήθηκες, προδότης θα πεθάνεις», ήταν το σύνθημα που ακουγόταν εν έτει 1965, κατά το θέρος της περίφημης Αποστασίας.

Όποιος έχει εντρυφήσει σε κινηματογραφικές ταινίες που πραγματεύονται δράση εκβιαστών, θα διαπιστώσει ότι ο ίδιος ακριβώς χαρακτηρισμός προσάπτεται από το εκάστοτε θύμα στον εκβιαστή του. Η λέξη «κάθαρμα» δηλώνει την ηθική κατάπτωση του δράστη, ο οποίος τολμά να αξιώνει από το θύμα κάτι που δεν δικαιούται, συνήθως χρήματα αλλά σήμερα μπράτσα (!), απειλώντας με την πρόκληση ενός κακού που είναι κατ’ αρχήν άσχετο προς την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού:

«Αν δεν μου δώσεις 1.000 €, θα μαρτυρήσω το αμαρτωλό μυστικό σου στην αστυνομία, στην εφορία ή στην σύζυγό σου», «αν δεν προσφέρεις το μπράτσο σου, δεν θα σου επιτρέπω να μπαίνεις σε Covid Free [sic] εστιατόρια, μπουζούκια κ.λπ.» ή, σε μια ακόμη πιο δυστοπική εκδοχή, «δεν θα παίρνεις την σύνταξή σου» (κατά την πρόσφατη φαεινή ιδέα του μεγάλου ανθρωπιστή Άρη Πορτοσάλτε).

Ένας τέτοιου τύπου εκβιαστής είναι πιθανό να προσπαθήσει να αποκρούσει τον ηθικό στιγματισμό του, προβάλλοντας προς τον επικριτή του το ακόλουθο επιχείρημα: Η μέριμνα για την διαφύλαξη του αμαρτωλού μυστικού βαρύνει εσένα αποκλειστικά, τον αμαρτωλό. Αντιστοίχως, η μέριμνα για την εκπλήρωση του κοινωνικού χρέους σου να συμβάλεις στο χτίσιμο του τείχους ανοσίας (φυσικά, τέτοιο χρέος δεν υπάρχει όταν το περιεχόμενο της σύριγγας είναι πειραματικό και δυνάμει θανατηφόρο) βαρύνει εσένα αποκλειστικά, που εμφανίζεσαι αίφνης ως «αρνητής», «συνωμοσιολόγος», εν πάση περιπτώσει «ψεκασμένος». Τώρα λοιπόν, αν θέλεις να γλυτώσεις (το μυστικό σου ή το μπράτσο σου), θα πρέπει να πληρώσεις, είτε κυριολεκτικώς είτε μεταφορικώς. Αυτό είναι το νόημα της περίφημης ατομικής ευθύνης: Ας πρόσεχες!

Αντιπροσωπευτικό παράδειγμα ελληνικής ταινίας που άπτεται ενός εκβιασμού τελούμενου με απειλή κακού άσχετου προς τον επιδιωκόμενο σκοπό είναι «Τα μυστικά της αμαρτωλής Αθήνας» (Σενάριο: Γ. Παπακυριακάκης / Σκηνοθεσία: Κ. Καραγιάννης), προβληθείσα το 1966. «Κάθαρμα» και «παλιοτόμαρο» αποκαλεί τον εκβιαστή Κώστα (Άλκης Γιαννακάς), η ερωμένη του Ρένα (Ίλυα Λιβυκού), όταν συνειδητοποιεί ότι ο εραστής της είχε συνεννοηθεί με τους φωτογράφους να εισβάλουν στο υπνοδωμάτιο την ώρα της ερωτικής επαφής τους, να φωτογραφίσουν το ζευγάρι και, ακολούθως, να αξιώσουν από την γυναίκα την καταβολή 250.000 δρχ., προκειμένου οι αμαρτωλές φωτογραφίες να μη φθάσουν στα χέρια του συζύγου της.

Υπάρχει, όμως, και μια άλλη ελληνική ταινία του 1963, η οποία αφορά ομοίως την θεματική της εκβίασης και τιτλοφορείται «Το κάθαρμα» (εναλλακτικός τίτλος: Η Μαρκησία του λιμανιού / Σενάριο: Ν. Φώσκολος / Σκηνοθεσία: Κ. Ανδρίτσος). Εκεί συμβαίνουν τα ακόλουθα:
Μετά τον γάμο της Μάγδας, γνωστής στον κόσμο της Τρούμπας ως Μαρκησίας (Μάρω Κοντού), με τον ναυτικό Μάνο Αποστολίδη (Γιώργος Φούντας), ξεσπά καβγάς ανάμεσα στον Μάνο και τον Μιχάλη (Στέφανος Στρατηγός), έναν προαγωγό που πάσχιζε από καιρό να γίνει προστάτης της Μάγδας, κατά την διάρκεια του οποίου ο Μάνος φαίνεται να τον σκοτώνει και ακολούθως να τον ρίχνει στην θάλασσα. Όταν το ζευγάρι επιστρέφει στο σπίτι του, βρίσκει έναν φίλο του νεκρού, τον Σάββα (Νίκος Τσαχιρίδης), ο οποίος ζητά το υπέρογκο χρηματικό ποσό των 100.000 δρχ. για να κρατήσει το στόμα του κλειστό. Η Μάγδα δίνει στον Μάνο τις οικονομίες που είχε μαζέψει από την δουλειά της όλα αυτά τα χρόνια, ώστε να πληρώσει τον Σάββα.

Κάποια ημέρα όμως εμφανίζεται μπροστά στην Μάγδα ο Μιχάλης, ο οποίος αποκαλύπτει ότι ο καβγάς ανάμεσα σε αυτόν και τον Μάνο ήταν στημένος, ώστε να της αποσπάσουν τις οικονομίες της. Αργότερα, μάλιστα, ο Μάνος εφαρμόζει το ίδιο κόλπο με τη Σούλα, την καλύτερη φίλη της Μάγδας, η οποία για να βρει τα χρήματα αναγκάζεται να πουλήσει το σπίτι της. Τελικώς, η Μάγδα σκοτώνει τον ανάλγητο εκβιαστή και πρώην σύζυγό της Μάνο.

Αυτήν την τύχη έχουν συνήθως οι εκβιαστές στον χώρο της αστυνομικής λογοτεχνίας αλλά και της Έβδομης Τέχνης: δολοφονούνται από τον αενάως εκβιαζόμενο, προφανώς γιατί διά της θανατώσεως του καθάρματος επέρχεται για τον θεατή η πολυπόθητη κάθαρση.

Τούτο συμβαίνει π.χ. στα αστυνομικά μυθιστορήματα του Γιάννη Μαρή «Αύριο και για πάντα» (ο πατέρας της διαρκώς εκβιαζομένης κόρης του, της Μαριλένας, σκοτώνει τον εκβιαστή της, Μάκη Αγγέλογλου) και «Έγκλημα στα παρασκήνια» (ο θιασάρχης Στεφάνου, δολοφόνος της ερωμένης του, της Ρόζας, σκοτώνει και τον άντρα της, ο οποίος, ως αυτόπτης μάρτυς του φόνου της, του ζητούσε συνεχώς λεφτά για να κρατήσει το στόμα του κλειστό).

Άφθονα τα παραδείγματα από τον ελληνικό κινηματογράφο: Στην ταινία του 1965 «Κατηγορώ τους ανθρώπους» (σενάριο: Νίκος Φώσκολος / σκηνοθεσία: Ντίνος Δημόπουλος), η σύζυγος ενός εισαγγελέως (Τζένη Ρουσσέα) σκοτώνει τον εκβιαστή ζωγράφο, πρώην εραστή της, Αλέξη Πλατωνίδη, κατά κόσμον Άριελ (Άγγελος Αντωνόπουλος).

Στην ταινία του 1948 «Χαμένοι Άγγελοι» (σενάριο και σκηνοθεσία: Νίκος Τσιφόρος), ο Χρήστος Τεράκης (Χρήστος Τσαγανέας) σκοτώνει τον Λουκά (Μίμης Φωτόπουλος), έναν μάγκα του υποκόσμου, ο οποίος εκβιάζει τον Τεράκη για να του δίνει όλο και περισσότερα χρήματα.

Στην ταινία του 1946 «Πρόσωπα λησμονημένα» (σενάριο / σκηνοθεσία: Γιώργος Τζαβέλλας), ο εκβιαστής Τώνης (Γιώγος Παππάς) δηλητηριάζεται από την Μαίρη (Μιράντα Μυράτ), αλλά προτού επέλθει ο θάνατός του από το δηλητηριασμένο κρασί που ήπιε, αυτοκτονεί για να απενοχοποιήσει την Μαίρη.

Από την πληθώρα των αντίστοιχων ταινιών του ξένου κινηματογράφου αναφέρονται ενδεικτικά οι εξής: «Madame X» (βασισμένο στο ομώνυμο θεατρικό έργο του Alexandre Bisson· την ελληνική εκδοχή της αποτελεί η ταινία «Η άγνωστος», 1954 [/1956], σενάριο/σκηνοθεσία: Ορέστης Λάσκος), «Derailed» [= «Εκτός τροχιάς», 2005], «Burn after reading» (2008), «Magical girl» (2014), «Un homme ideal» [= «Ο συγγραφέας», 2015].

Σε αντίθεση, όμως, με ό,τι συμβαίνει στην λογοτεχνία και στον κινηματογράφο, στην πραγματική ζωή οι πολιτικοί εκβιασμοί και οι εκβιαστές κατά την άσκηση της εξουσίας όχι μόνο δεν αποδοκιμάζονται αλλά συνήθως επιβραβεύονται είτε από τον ίδιο τον εκβιαζόμενο λαό με επιδοκιμαστική ψήφο στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση, είτε από την αόρατη ελίτ που διαχειρίζεται εκ του παρασκηνίου τις τύχες του κόσμου.

Ένα δραστικό αντίδοτο για τον ωμό εκβιασμό που δέχονται οι πολίτες από τα «καθάρματα» της παρούσας ιατροφασιστικής κυβέρνησης θα ήταν η, επιχειρούμενη από την πλευρά των πρώτων, ανταποδοτική εκβίαση: π.χ. άρνηση συνεργασίας με το κράτος, στάση πληρωμών, μποϋκοτάζ στους χώρους που αξιώνεται πιστοποιητικό εμβολιασμού ή νόσησης (tertium non datur!), εωσότου το κράτος αναδιπλωθεί και αποσύρει τα πρωτοφανή, φρικαλέα μέτρα βιοεξουσίας, τα οποία ήδη άρχισαν να εμπλουτίζονται με τους καθιερωμένους πλέον αντισυνταγματικούς παραλογισμούς της απαγόρευσης νυχτερινής κυκλοφορίας και μουσικής στους χώρους εστίασης (την ίδια ώρα, όμως, η υποδυόμενη την Πρόεδρο της Δημοκρατίας κυρα-Κατ[ερ]ίνα περί άλλα τυρβάζει: μοστράρει τα μαξιλάρια του Προεδρικού Μεγάρου που έχουν τη φάτσα της και τη γάτα της – o tempora, o mores!).

Όποιος θέλει να ασχοληθεί με τα κινηματογραφικά καθάρματα, δηλ. τους εκβιαστές, θα άξιζε να τα μελετήσει συνδυαστικά με τους απατεώνες, αφού η εκβίαση και η απάτη είναι αδελφά εγκλήματα (επ’ αυτού βλ. Βαθιώτη, Απάτη και Εκβίαση: Ομοιότητες – Διαφορές – Διασταυρώσεις, εκδ. Π. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα 2014, αριθμ. περ. 1 επ.). Αμφότερα αποσκοπούν στην άλωση της ψυχής του ανθρώπου, απλώς διαφέρουν ως προς τα μέσα που χρησιμοποιεί ο επίδοξος κατακτητής: στην μεν εκβίαση τα μέσα είναι εξαναγκαστικά, στην δε απάτη παραπλανητικά. Η ταινία εκείνη η οποία προσφέρεται ιδανικά για την μελέτη της άλωσης της ανθρώπινης ψυχής από τον απατεώνα είναι ελληνική και προβλήθηκε το 1965 (σενάριο: Νίκος Φώσκολος / Σκηνοθεσία: Ντίνος Κατσουρίδης). Ο τίτλος της ταιριάζει απολύτως στα μέλη της παρούσας κυβέρνησης: «Οι αδίστακτοι».

Απολαύστε τον μονόλογο του Νίκου Κούρκουλου (υποδύεται έναν προσφάτως αποφυλακισθέντα που θέλει να εγκαταλείψει τη βίαιη δράση του παρελθόντος και να οργανώσει μια συμμορία αδίστακτων απατεώνων), ο οποίος διακόπτεται σε ένα σημείο από μια ερώτηση που του υποβάλλει ο Σπύρος Καλογήρου:

«Οι δουλειές που κάνατε μέχρι τώρα κομμένες.
Τους σουγιάδες και τα πιστόλια θα τ’ αφήσετε σπίτια σας.
Εκεί μέσα στη φυλακή κάθισα και το μελέτησα.
Τα λεφτά του τα φυλάει ο κόσμος.
Σε συρτάρια, σε μπαούλα, σε χρηματοκιβώτια.
κι απόξω πόρτες, ρολά και παράθυρα.

Υπάρχει όμως κάτι που τ’ αφήνουν αφύλακτο.
Κι απ’ αυτό το κάτι μπορείς να κονομήσεις πολλά, και χωρίς κίνδυνο, φτάνει να’ σαι ξύπνιος.
Την ψυχή τους.
Και τι θα κλέβουμε από δω και πέρα; Ψυχές;
Ακριβώς! Ψυχές!
Όλα αυτά τα εκατομμύρια ανθρωπάκια που τσαλαπατιούνται στους δρόμους έχουν ελπίδες και βάσανα και όνειρα.
Πέφτεις δίπλα τους, τους ψωνίζεις κι αρχίζεις να τους μαδάς.
Αυτή είναι δουλειά
!».

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ: Μας κυβερνούν «καθάρματα» και «αδίστακτοι». Δεν φταίνε, όμως, αυτοί, που κάνουν την δουλειά τους όσο καλύτερα μπορούν, αλλά εμείς, που μένουμε με σταυρωμένα τα χέρια και ξεχαρμανιάζουμε μέσω του πληκτρολογίου. Ο Σολζενίτσιν, στην επιστολή του προς τους ηγέτες της Σοβιετικής Ενώσεως («Να μη ζούμε με ψέματα!», μτφ.: Κ. Σίνου, εκδ. Πάπυρος, Αθήνα 1974, σελ. 10-11), το έγραφε ξεκάθαρα: «το μόνο που φοβόμαστε είναι οι θαρραλέες πολιτικές πράξεις. […] Κι όμως μπορούμε -μπορούμε τα πάντα-, αλλά εμείς αραδιάζουμε ψέματα στον εαυτό μας, για να τον καθησυχάσουμε. Δεν φταίνε εκείνοι για όλα -φταίμε εμείς οι ίδιοι, μόνο ΕΜΕΙΣ».

[ Πηγή ]

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *