Οριστικό «όχι» στα αιολικά πάρκα σε βραχονησίδες

Οριστικό τέλος έβαλε το υπουργείο Περιβάλλοντος στο σχέδιο για τη δημιουργία αιολικών πάρκων σε 14 νησίδες του Αιγαίου. Πρόκειται για ένα έργο που την τελευταία τριετία προκάλεσε πολλές αντιδράσεις, καθώς οι νησίδες αυτές θεωρούνται πυρήνες βιοποικιλότητας και φιλοξενούν σημαντικά είδη ορνιθοπανίδας, ορισμένα μάλιστα απειλούμενα. Παρά την κατάληξή της, η υπόθεση αυτή αφήνει πίσω της πολλά ερωτήματα, όπως το γιατί η επένδυση δεν «κόπηκε» σε πολύ αρχικό στάδιο και γιατί η Κίναρος και τα Λέβιθα εμφανίζονται ως ακατοίκητες νησίδες.

Η απορριπτική απόφαση της Διεύθυνσης Περιβαλλοντικής Αδειοδότησης του υπουργείου Περιβάλλοντος αναρτήθηκε προχθές το απόγευμα στη Διαύγεια. Οπως αναφέρει, βασίστηκε σε τρία σημεία: «στις ουσιώδεις αρνητικές γνωμοδοτήσεις φορέων, βάσει των οποίων η μελέτη ειδικής οικολογικής αξιολόγησης (ΜΕΟΑ) παρουσιάζει κρίσιμες ελλείψεις, οι οποίες δεν επιτρέπουν την κατανόηση της σημασίας του προστατευτέου αντικειμένου και την ορθή εκτίμηση των επιπτώσεων από το σχεδιαζόμενο έργο». Στο ότι η μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων «δεν συσχετίζεται με την κατάσταση διατήρησης των οικοτόπων και ειδών ούτε λαμβάνει υπόψη τα κρίσιμα ενδιαιτήματα των ειδών χαρακτηρισμού των ζωνών ειδικής προστασίας και της μεταναστευτικής ορνιθοπανίδας». Τέλος, επειδή η μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων του έργου δεν κατάφερε να αποδείξει ότι το έργο δεν θα έχει σημαντικές επιπτώσεις καθώς έλειπε «επαρκής και ενδεδειγμένη έρευνα πεδίου, η οποία θα επέτρεπε τεκμηριωμένη εκτίμηση των επιπτώσεων του έργου», τόσο κατά τη φάση κατασκευής όσο και κατά τη φάση λειτουργίας του. Ετσι λοιπόν το έργο απορρίπτεται «διότι οι αρνητικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις του προτεινόμενου έργου χαρακτηρίζονται ως εξαιρετικά σημαντικές, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να τεκμηριωθεί πως υπάρχει βεβαιότητα των αρμοδίων αρχών για το ότι το έργο δεν θα παραβλάψει την ακεραιότητα του τόπου, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 3 της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ».

Η είδηση προκάλεσε ανακούφιση σε όσους είχαν τα τελευταία χρόνια αγωνιστεί για να το σταματήσουν. «Πρόκειται για μια εμβληματική νίκη, η οποία προήλθε μέσα από μια προσπάθεια που κράτησε δύο χρόνια», λέει η Κωνσταντίνα Ντεμίρη, υπεύθυνη πολιτικής της Ελληνικής Ορνιθολογικής Εταιρείας. «Απέναντι στο έργο αυτό υπήρχε μια καθολική εναντίωση από τις περιβαλλοντικές οργανώσεις, τους επιστήμονες και την κοινωνία των πολιτών. Υπήρξε σημαντική επιστημονική τεκμηρίωση, η οποία αποδόμησε το επιχείρημα της μελέτης περιβαλλοντικών επιπτώσεων (ΜΠΕ) περί ασθενών επιπτώσεων στα θαλασσοπούλια και στον μαυροπετρίτη. Επρόκειτο για μια κακής ποιότητας μελέτη που ισχυρίστηκε πράγματα επιστημονικώς αυθαίρετα, όπως λ.χ. ότι η τοποθέτηση θηριωδών κατασκευών σε απόσταση 300 μέτρων από τις αποικίες του μαυροπετρίτη δεν θα τις επηρέαζε ή ότι η ισοπέδωση των Λέβιθων και της Κινάρου δεν θα είχε περιβαλλοντικές επιπτώσεις». Ενα πολύ σημαντικό ζήτημα είναι ότι το έργο αυτό δεν θα έπρεπε να είχε προχωρήσει αδειοδοτικά, αν είχε ενσωματωθεί σωστά στην ελληνική νομοθεσία η διαδικασία της «δέουσας εκτίμησης» (ένα είδος προελέγχου). «Θα έπρεπε να είχε κοπεί στο στάδιο του προελέγχου. Και οι επενδυτές, και η διοίκηση, και όλοι εμείς που αντιταχθήκαμε στο έργο θα είχαμε γλιτώσει κόπο, χρόνο, χρήμα και στεναχώρια», καταλήγει η κ. Ντεμίρη.

«Εκτός από το ζήτημα της δέουσας εκτίμησης, η υπόθεση αυτή είχε πολλά προβληματικά σημεία», λέει ο Αγγελος Ανδρουλιδάκης, από την Κίνηση για την Προστασία των Νησίδων του Αιγαίου. «Κατ’ αρχήν το θέμα της κατοίκησης των Λέβιθων και της Κινάρου, οι οποίες παράτυπα δεν απεγράφησαν το 2011, γεγονός που διευκόλυνε την αδειοδότηση από τη ΡΑΕ πολλών περισσότερων ανεμογεννητριών στα δύο νησιά. Επίσης, η ΜΠΕ ήταν ελλιπέστατη, σύμφωνα με τους φορείς διαχείρισης προστατευόμενων περιοχών Κυκλάδων και Δωδεκανήσων, αλλά και τη Διεύθυνση Βιοποικιλότητας του ΥΠΕΝ. Αυτό που μας ανησυχεί είναι ότι οι ίδιοι άνθρωποι έχουν κομβικό ρόλο στην εκπόνηση των ειδικών περιβαλλοντικών μελετών». Κατά τη γνώμη του κ. Ανδρουλιδάκη, στη συγκεκριμένη περίπτωση νίκησε η επιστήμη. «Σίγουρα τα κινήματα βοήθησαν να υπάρξει μια πιο οργανωμένη αντίδραση, μια ευρύτερη ενημέρωση. Ομως ο ρόλος των επιστημόνων ήταν κομβικός και θα έπρεπε να έχει ληφθεί υπόψη πολύ νωρίτερα».

Πηγή: Εφημερίδα «Καθημερινή»

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.