Πολιτισμός: … μία “ξένη” στην Πάρο

Η ΙΔΕΑ ΜΙΑΣ ΕΝΑΛΙΑΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟ.

Φθάνοντας στην Πάρο τον Νοέμβριο του 1999, για να μαζέψω τα συντρίμμια μιας παράνομης εκσκαφής στο Λιμάνι, που μπορεί να πλούτισε την αρχαιολογική Αποθήκη της Εφορείας Εναλίων Αρχαιοτήτων με ευρήματα, αλλά κατέστρεψε ένα σημαντικό κομμάτι της ιστορίας της Πάρου, που κοιμόταν στον βυθό, το μό­νο πράγμα που γνώριζα από την Ιστορία της ήταν ο μικρός οικισμός του Σαλιάγκου, της μικρής νησίδας στο Στενό Πάρου – Αντιπάρου και τα κυκλαδικά νε­κροταφεία του Κάμπου, του Πύργου, του Δεσποτικού.

Η παραμονή μου στο νησί με οδήγησε στην παράκτια κυρίως εξερεύνησή του, χωρίς βιβλιογραφικό οδηγό, αλλά μόνο με τη μνήμη των δεδομένων μιας αρχαίας τοπογραφίας και τη διαίσθηση. Μου γεννήθηκε πολλές φορές η απορία, πως η πόλη της Παροικιάς είναι σηματοδοτημένη με τόσες ταμπέλες αρχαιολογικών μνημείων ή πρόσφατα ανασκαμμένων θέσεων, ενώ σε όλη την υπόλοιπη Πάρο δεν υπάρχει ούτε μια δήλωση αρχαιολογικής θέσης από τα τόσα π.χ. γνωστά Προϊστορικά νεκρ0οταφεία, που ίσως και αυτοί, που τα αναφέρουν μέσα σε μια βι­βλιογραφική ρουτίνα, δεν γνωρίζουν πού βρίσκονται.

Με την ευαισθησία ενός προϊστορικού αρχαιολόγου, μιας άλλης γενιάς, που η αρχαιολογία ήταν όραμα, και η ανακάλυψη πήγαζε από την χαρά της διείσδυσης στο χρόνο και της απομυθοποίησής του μέσω της αναπαράστασης της ανθρώπι­νης παρουσίας του παρελθόντος, και όχι από τυχοδιωκτική κενοδοξία, αναρωτιό­μουν πού πήγαν τα οράματα του Τσούντα και πού σβήστηκε η γραφή του Θεοχάρη.

Η Αρχαιολογία δεν είναι κοπτοραπτική, και η συγγραφή ενός κειμένου που θα ήθελε κανείς να θεωρήσει επιστημονικό για να καταμετρηθεί στην αρθρογρα­φία δίκαια και όχι αριθμητικά, δεν είναι κατά την ταπεινή μου γνώμη συρραφή πληροφοριών για πτυχιακή εργασία, αλλά διείσδυση στην προβληματική της κά­θε εποχής, και πάνω από όλα άποψη!

Θεαματικές αρχαίες επιμήκεις Λαξεύσεις σε συνδυασμό συχνά με παράλληλες σειρές ορθογωνίων Λαξευμάτων που κατακλύζουν τις ακτές της Πάρου, Αντιπά­ρου και Δεσποτικού, μου κέντρισαν το ενδιαφέρον κατά τη διάρκεια διακοπών στη νήσο Πάρο, μετά την παραίτησή μου από την Υποβρύχια Ανασκαφή του Λιμένος Παροικίας Πάρου, τον Απρίλιο του 2000. Κατά το διάστημα εκείνο άρχισα να περπατώ κατά μήκος των ακτών του νησιού, παρατηρώντας, φωτογραφίζο­ντας, αναζητώντας όστρακα και σημειώνοντας περιοχές, διαπιστώνοντας για άλ­λη μια φορά την εγκατάλειψη της ιστορίας ενός τόπου από τους υπεύθυνους φο­ρείς, μιας Ιστορίας που ξεκινάει τουλάχιστον από τα Νεολιθικά χρόνια.

Μετά την επιστροφή μου στην Αθήνα, έλεγξα το Αρχείο της Εφορείας μας, όπου, εκτός των Λαξεύσεων στον Δρυό, οι οποίες αναφέρονται εξάλλου και στους τουριστικούς Οδηγούς της Πάρου (δεν έχουν όμως αποτυπωθεί σχεδιαστικά), βρήκα σχετικά με την θαλάσσια περιοχή του Όρμου της Νάουσας κάποιες ανα­φορές, σε Έκθεση του 1979 της  Ε. Χατζηδάκη, καθώς και Αναφορά του 1986 του Ν. Λιανού για την περιοχή Γλυφά της Αντιπάρου. Έκτοτε όμως φαίνεται πως η Πάρος ξεχάστηκε. Κατά την συγγραφή του άρθρου «Ενάλιες Αρχαιότητες Λιμένος Μεσογαίας Αττικής», η βιβλιογραφική αναζήτηση με έφερε μπροστά στο εξαιρετικό άρθρο του 1973 του Κ. Φ. Φωτίου, το οποίο αναφερόταν στις Λαξεύσεις της Β. Α. Πά­ρου, που είχαν γεμίσει τις διακοπές μου με ερωτηματικά.

Η δημοσίευση αυτή αποτέλεσε τον πρώτο οδηγό και με παρότρυνε στην τελι­κή σκέψη των Σχεδιαστικών Αποτυπώσεων, με σκοπό την ερμηνευτική προσέγγι­ση και την διάσωση, αν μη τι άλλο στο χαρτί, των σημαντικών για την Ναυτική Ιστορία της Πάρου αυτών μνημείων. Οι κίνδυνοι καταστροφής τους δεν είναι μόνο τα τραπεζάκια που στήνονται επάνω τους για να αγναντεύουν οι τουρίστες το πέλαγος και τα τσιμέντα που κλείνουν τις χαρακιές τους, αλλά και η φυσική θαλάσσια φθορά, που είναι φανε­ρή τουλάχιστον από το 1973 (Δημοσίευση Κ. Φωτίου) μέχρι σήμερα, χωρίς καμιά ασπίδα προστασίας από τους υπευθύνους.

Εκτός από τις αρχαιολογικές μου ανησυχίες για τα χαμένα Λιμάνια, τους αρ­χαίους ταρσανάδες και τα μαρμαράδικα της Πάρου, βασικός στόχος της Έρευνας ήταν η διάσωση των πληροφοριών, που παρέχουν οι επίγειες και υποθαλάσσιες αρχαίες Λαξεύσεις περιμετρικά της ακτογραμμής της νήσου και πάνω στους ίδι­ους γεωλογικούς σχηματισμούς, μέσω της Γεωμετρικής τους Τεκμηρίωσης.

Οι παρακάτω αναφερόμενες παρατηρήσεις και σκέψεις προέρχονται από προσωπικές σημειώσεις κατά την περίοδο της Έρευνας που πραγματοποιήθηκε από την Εφορεία Εναλίων Αρχαιοτήτων υπό την Διεύθυνση μου τον Ιούνιο και Αύγουστο του 2001 περιμετρικά των νήσων Πάρου – Αντιπάρου και Δεσποτικού και κατά την διάρκεια προετοιμασίας κειμένου προς Δημοσίευση. Το πλήθος των περιοχών, όπου παρατηρήθηκαν τα σύνολα των μέχρι στιγμής αποτυπωθεισών Λαξεύσεων, μαζί με εκείνες που εκκρεμούν προς αποτύπωση, δημιουργούν πολλά ερωτηματικά ως προς την ερμηνεία τους, ενώ για την κατα­νόηση τους απαιτείται παρόμοια βιβλιογραφική αναζήτηση και σε άλλα νησιά.

Βάσει συγκριτικής μελέτης, θα πρέπει για την ερμηνεία τους να εξετασθούν και όλες οι άλλες εκτός Νεωρίων πιθανές εκδοχές, όπως κτίσματα, συστήματα με­ταφοράς βαρέων υλικών (π.χ. μαρμάρου, ξυλείας, αγαλμάτων, αρχιτεκτονικών μελών), ιχθυοπαγίδες, συστήματα αμπελουργίας[2] κ.ά.

Προβληματική παραμένει η χρονολόγησή τους και ως εκ τούτου η ταυτόχρονη ή μη χρήση τους. Στη λύση του παρόντος προβλήματος, εκτός άλλων, αναμένεται να βοηθήσει η Γεωλογική Έρευνα, που είναι σημαντική για τον καθορισμό της παλαιοακτογραμμής σε σχέση με την αντίστοιχη στάθμη της θάλασσας. Η μοναδική σχετική έρευνα έγινε κατά την διάρκεια των ανασκαφών του Σαλιάγκου, όπου από τα νεολιθικά χρόνια μέχρι σήμερα αναφέρεται μία άνοδος της στάθμης 5 – 6 μ., ενώ από τα Ελληνιστικά χρόνια μέχρι σήμερα μία άνοδος της στάθμης κατά 3 μ. (J. D. EvansC. Renfrew, σ. 5, Α. Morrison, σ. 92 – 98)

Σε σχέση με τις ιστορικές πηγές προβληματική είναι η αναφορά που κάνει ο Σκύλαξ [Περίπλους 58]: «Πάρος λιμένας έχουσα δύο, ών τον ένα κλειστόν», ως προς το σε ποιά ακριβώς εποχή αναφέρεται.

Έχει δοθεί ιδιαίτερη έμφαση στην φράση αυτή από τους ενασχοληθέντες με την Πάρο αρχαιολόγους, οι περισσότεροι των οποίων δεν αμφισβητούν ότι τα δύο αυτά Λιμάνια ήταν της Παροικιάς και της Νάουσας, ακολουθώντας την σεβαστή άποψη του Ο.Rubensohn, ο οποίος ανέσκαψε στις αρχές του προηγούμενου αιώ­να τα μεγάλα Ιερά και τον προϊστορικό λόφο της Παροικιάς, αναζητώντας το μη εντοπισθέν ακόμη μεγάλο Ιερό της Δήμητρας, που εκτός των άλλων αποτελεί έναν ακόμη τοπογραφικό προσδιορισμό για την αρχαία Πρωτεύουσα και το Λι­μάνι της αντίστοιχα, βάσει γραπτής αναφοράς του Ηροδότου (IV 134). Η πληροφορία του Ηροδότου παραμένει προβληματική, μέχρι την ανεύρεση του μεγάλου Ιερού της Δήμητρας, σε κάποιο μέρος του νησιού.

Δεν αποκλείεται κατά την Κλασσική Εποχή τα Λιμάνια να ήταν περισσότερα, αν αναλογισθούμε ότι η Πάρος, ευρισκόμενη στο κέντρο ακριβώς των Κυκλάδων, ήταν τότε μία ισχυρή ναυτική δύναμη, είχε δημιουργήσει μάλιστα και δικού της τύπου πλοίο, τον “Πάρωνα”, ενώ φημιζόταν και για το εμπόριο του μαρμάρου της, το οποίο έφευγε από τα Λιμάνια της για τις αγορές της Μεσογείου. Βάσει των μέχρι στιγμής δεδομένων δεν μπορούμε να αποκλείσουμε, ότι τα πολυπληθή σύνολα των αρχαίων Λαξεύσεων ανήκουν πιθανά σε διαφορετικές εποχές.

Αν και υποστηρίζεται ότι η Παροικιά ήταν η αρχαία Πρωτεύουσα της Πάρου και αντίστοιχα το πρώτο Λιμάνι, μόνο στην περιοχή της δεν παρατηρήθηκαν τέ­τοιου είδους Λαξεύσεις. Πρέπει να σημειωθεί όμως παράλληλα, ότι λόγω του σύγ­χρονου Λιμανιού της, έχουν γίνει μεγάλες καταστροφές του φυσικού πυθμένα. Θα πρέπει ακόμη να τονισθεί, ότι από τις χερσαίες αρχαιότητες της Πάρου ξε­χωρίζουν μόνον εκείνες της Παροικίας, αφού μόνον εκείνη έχει ανασκαφεί συ­στη- ματικά. Ελάχιστες είναι οι πληροφορίες μας από όλες τις άλλες περιοχές το νη­σιού και αυτές αποσπασματικές. Ενδιαφέρον, κατά την άποψη μου, ως προς την τοπογραφία της αρχαίας Πά­ρου παρουσιάζουν οι απόψεις του Κ. Φ. Φωτίου.

Κατά την διεξαγωγή Υποβρυχίων Ερευνών το 1964 – 1965 από την Αγγλική Σχολή, κατά την διάρκεια των Ανασκαφών του Σαλιάγκου, που πραγματοποιή­θηκαν στο Στενό Πάρου – Αντιπάρου και στον Όρμο του Δεσποτικού, εντοπί­σθηκαν πάνω από 20 αρχαιολογικού ενδιαφέροντος υποθαλάσσιες θέσεις, οι οποίες, όπως αναφέρεται στη συγκεκριμένη Έκδοση-1, θα δημοσιεύονταν χωρι­στά. Κάποια τέτοιου είδους σχετική Δημοσίευση δεν έχει πέσει στην αντίληψη μου, ενώ αναμένω μία ενημερωτική απάντηση από την Βρετανική Αρχαιολογική Σχολή από τον Νοέμβριο του 2001.

Σχετικά με την προσπάθεια λειτουργικής ανάπλασης και ερμηνείας των τε­χνητών επί βραχώδους επιφανείας Λαξεύσεων, που κατακλύζουν το νησί, δεν εί­ναι εύκολη η πορεία. Οι συνήθεις χαρακτηρισμοί’ “Λιμενικές Εγκαταστάσεις” παραπέμπουν σε Έργα κατασκευασθέντα προς εξυπηρέτηση εργασιών και διακίνησης Λιμένος, όπως μώλοι, αποβάθρες, λιμενοβραχίονες, ενώ ο ανώδυνος χαρακτηρισμός πα­ραλλήλων λαξευτών αυλακώσεων ως “νεώρια” δεν ανταποκρίνεται συχνά στην πραγματικότητα, αφού αποκλείονται άλλες ερμηνευτικές δυνατότητες. Εκτός αυτών θα μπορούσαν να αποδοθούν σε κτίσματα σχετιζόμενα πιθανά με ναυτικές εγκαταστάσεις, εμπορικές ή πολεμικές, ή σε κατασκευές για μεταφο­ρά πρώτων υλών παριανής προέλευσης, όπως μάρμαρα, ξυλεία, μεταλλεύματα. Η ανασκαφική μου πείρα από τον Πειραιά με παραπέμπει ακόμη και σε αγωγούς οβριών υδάτων, που συνέδεαν το Λιμάνι της Ζέας με τον Κάνθαρο, δεδομένου ότι οι νεώσοικοι χρειάζονται άφθονο νερό για τον καθαρισμό των πλοίων. Η προτα­θείσα εκδοχή των ιχθυοπαγίδων και αλυκών δεν πρέπει να παραβλεφθεί.

Η χρονολογική ταύτιση των Λαξεύσεων είναι προβληματική ελλείψει κερα- μεικής ή μορφών τοιχοδομίας, ενώ οι τρόποι λαξεύσεως βράχων προς διάνοιξη “χαντακιών”, χειρονακτικά, δεν φαίνεται να διαφέρει από τα προϊστορικά χρόνια μέχρι σήμερα. Βοηθητικά στοιχεία για την χρονολόγηση είναι παραπλήσιες ανασκαμμένες περιοχές (όπως π.χ. Κορώνη Λιμένος Μεσογαίας Αττικής), που όμως απουσιά­ζουν από τις συγκεκριμένες περιοχές της Πάρου, καθώς και η προσπάθεια ερμη­νείας γεωλογικών στρωμάτων. Τα επιφανειακά παράκτια ευρήματα ίσως αποτε­λούν μία ένδειξη, στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι συχνά πολύ προβληματικά, αφού λόγω ευρέσεως πολλών οψιανών παραπέμπουν κατά κύριο λόγο σε προϊ­στορικά χρόνια!

Επειδή κατά την πρώτη περίοδο των ερευνών παρατήρησα ότι οι συγκεκριμέ­νες Λαξεύσεις είχαν χαραχθεί πάνω στους ίδιους γεωλογικούς σχηματισμούς, πρότεινα την αποστολή Γεωλόγου της Υπηρεσίας μας, με στόχο ερμηνευτικές προ­τάσεις, βοηθητικές ως προς την σύσταση των πετρωμάτων, την χρονολόγηση των τεχνητών Λαξεύσεων και την πιθανή διάγνωση της αρχαίας ακτογραμμής.

Αν περπατήσει κανείς λίγο στο νησί, από τους χαμηλούς ορεινούς του όγκους προς τα παράλια, με οδηγό τις λίγες αρχαιολογικές μαρτυρίες και τη γνώση της μνήμης ενός προγονικού παρελθόντος, που αποπνέει ακόμη η Πάρος, τον Μάιο ή τον Οκτώβριο, όταν ξεγυμνώνεται από τον τουρισμό για να ντυθεί τα χρώματα του χαραγμένου ακόμη και στα βράχια παρηκμασμένου αρχαίου πολιτισμού της, θα την δει να αναδύεται πλημμυρισμένη από κέδρους, με νερά να κυλάνε άφθονα από πηγές, με ποτάμια με ονόματα, που σήμερα ξεχάσθηκαν και πήραν όλα ένα όνομα κοινό και κυριολεκτικό, “Ξεροπόταμος”, θα δει τους προϊστορι­κούς οικισμούς συγκεντρωμένους στα παράλια του νησιού, θα αγναντέψει από τους κοντινούς λόφους τα πλοιάρια τα πρωτοκυκλαδικά ή τα μινωικά, τα αρχαϊ­κά ή τα κλασσικά, να φεύγουν για την Κρήτη, τη Μήλο ή τον Πόντο, την Ανατο­λή ή την Δύση, από όλα τα λιμάνια της, που δεν ήταν ένα, αλλά πολλά.  Κι όπως θα χάνονται στον ορίζοντα, οι λιτές γραμμές των πλοίων, θα ακούει τα τραγούδια του αποχαιρετισμού, που θα μπλέκονται με εκείνα του γυρισμού.

Κι αν ανοίξει τον χάρτη, με τη μύτη του διαβήτη στην Πάρο, μέσα στους δια­γραφόμενους ομόκεντρους κύκλους του Αιγαίου θα δει όχι μόνο την Αττική, την Κρήτη, την Ανατολή, αλλά αμπάρια γεμάτα μυρωδάτους πολιτισμούς με δώρα αφοσίωσης στην προσμονή, με λάδια και κρασιά ανταλλαγής, με στάρια και λυ­χνάρια της προσευχής, με τα όνειρα πάντα μιας καλύτερης ζωής. Και θα αναρωτηθεί με πικρία, πού να πήγαν εκείνοι οι αρχαιολόγοι για να ξε­θάψουν από την άνυδρη πια γη τα φυλαχτά της και να ανεβάσουν απ’ τον βυθό τα μυστικά της.

Η αρχαία Πάρος κοιμάται στους βωμούς των αρχαίων ναών της. Το ιερό της θεάς της Δήμητρος σιωπά, ενώ σε λίγο θα έχει ίσως κατά λάθος τσιμεντωθεί, με πακέτα χρημάτων της ΕΟΚ, όπως τα κομμένα καΐκια, χωρίς ούτε ένα δάκρυ, στο όνομα της εξέλιξης, αφήνοντας για πάντα αναπάντητη την ήττα του Μιλτιάδη και την ταύτιση της αρχαίας πόλης της Πάρου, όπως και του “Κλειστού Λιμένος” της.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ [αναφερόμενη στο κείμενο]

Rubensohn, Ο.: “Paros II”, AM 26

Evans, J. D. – Renfrew, C.: “Excavations at Saliagos near Antiparos”, 1968.

Κραουνάκη, I: “Ενάλιες Αρχαιότητες Λιμένος Μεσογαίας” Ενάλια VI, 2002 σ. 100-114.

XXVI, 1901, σ. 157 – 222.

Φωτίου, Κ. Φ.: “Αρχαιολογικοί έρευναι εις την νήσον Πάρον”, ΑΕ 1973 σ. σ. 1 – 14

*Ιωάννα Κραουνάκη – Καταδυόμενη αρχαιολόγος

Πηγή: Τα ΠΑΡΙΑΝΑ του Ν.Αλιπράντη


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *