Ορατότης μηδέν για την ελληνική οικονομία το 2021

Παρότι οι προβλέψεις για την πορεία της ελληνικής οικονομίας παραμένουν σε θετικό έδαφος για φέτος (ανάπτυξη της τάξεως του 4%), ήδη οι οικονομολόγοι έχουν μετατοπίσει χρονικά την επιστροφή στην ανάπτυξη μερικά τρίμηνα, ενώ κάθε νέα εκτίμηση που έρχεται στο προσκήνιο μειώνει την προσδοκώμενη ανάπτυξη για το 2021 και μετατοπίζει την ελπίδα για το 2022.

Η επίσημη πρόβλεψη αναφέρει +4,8% φέτος και 3,5% το 2022, ενώ η Τράπεζα της Ελλάδας αναφέρει ότι για το 2021 και το 2022 αναμένει ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας με ρυθμό 4,2% και 4,8% αντιστοίχως, καθώς εκτιμάται ότι τόσο η εγχώρια όσο και η εξωτερική ζήτηση θα ενισχυθούν σημαντικά.

Οι χειμερινές προβλέψεις της ευρωπαϊκής επιτροπής, ωστόσο, βάζουν “πάγο” στις προσδοκίες αφού η ανάπτυξη προβλέπεται να διαμορφωθεί στο 3,5% το 2021, από τις χαμηλότερες μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών, και 5% το 2022 για την Ελλάδα.

Όσο τα αυστηρά lockdowns διατηρούνται, οι εμβολιασμοί του γενικού πληθυσμού καθυστερούν, δυστυχώς η οικονομική αιμορραγία διατηρείται και ταυτόχρονα αυξάνεται και η πιθανότητα να χαθεί μέρος ή και το σύνολο της φετινής τουριστικής σεζόν, που για την εγχώρια οικονομία θα είναι η χειρότερη δυνατή εξέλιξη. Γενικά, το 2021 θεωρείται έτος ανάκαμψης, όμως από τις αρχές του, που η μέση εκτίμηση για την ελληνική οικονομία έδινε μέσο ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ κατά 4,6%, ήδη έχουμε υποχωρήσει στο 4%.

Η ελληνική οικονομία εξαρτάται περισσότερο από άλλες οικονομίες από την επιστροφή στην κανονικότητα και την επιτυχία των εμβολιασμών και τη μη εξάπλωση των μεταλλάξεων του ιού, αλλά είναι πλέον κοινή αποδοχή ότι στο τέλος του 2022 δύσκολα η εγχώρια οικονομία θα καταφέρει να επιστρέψει στα επίπεδα του 2019.

Παράλληλα, παρά τα χαμηλά κόστη δανεισμού, οι σταθερές προοπτικές στην αξιολόγηση της χώρας σημαίνουν ότι για τα επόμενα 1-2 έτη δεν θα αλλάξει η επενδυτική βαθμίδα της χώρας, ενώ το σοκ που έχει δεχτεί η οικονομία από την πανδημία απεικονίζεται όχι μόνο στους πραγματικούς ρυθμούς μεταβολής του ΑΕΠ και στα στοιχεία του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, αλλά και στο χρέος και στα ελλείμματα.

Το πόσο βαθύ ωστόσο θα είναι το τραύμα στην οικονομία από την πανδημία είναι θέμα υπό συζήτηση, αφού π.χ. η αμερικανική επενδυτική τράπεζα Morgan Stanley το θεωρεί «παρωνυχίδα» σε σχέση με την ευρωπαϊκή κρίση χρέους και την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, που εξαέρωσε το 20%, ενώ άλλοι θεωρούν ότι η πανδημία θα εκτροχιάσει το χρέος σε επίπεδα άνω του 170% για τα επόμενα 15-20 χρόνια. Το δημόσιο χρέος ως προς το ΑΕΠ αυξάνεται, διαμορφώθηκε από 181% το 2019 στο 208% στο τέλος του 2020, παρότι σε απόλυτα μεγέθη το χρέος αυξήθηκε μόλις 8 δισ. ευρώ, από τα 331 δισ. ευρώ στα 323 δισ. ευρώ.

Τα θετικά στοιχεία

Το θετικό στοιχείο, ωστόσο, είναι ότι υπάρχουν σημαντικοί ελαφρυντικοί παράγοντες που βοηθούν στη βιωσιμότητά του. Βασικό χαρακτηριστικό του υψηλού δημόσιου χρέους είναι η εξυπηρέτησή του, που ως ποσοστό των δημόσιων εσόδων είναι πολύ χαμηλότερο από τις χώρες που έχουν την ίδια βαθμολογία με την Ελλάδα, αλλά και η μακροπρόθεσμη λήξη του, κατά μέσο όρο στα 20,3 έτη, όταν π.χ. οι Ιταλία, Πορτογαλία, Ισπανία και Κύπρος κινούνται στα 6-8 έτη.

Παράλληλα, το ισοζύγιο προσφοράς και ζήτησης ομολόγων για την Ελλάδα είναι ελλειμματικό αφού ο Οργανισμός Διαχείρισης Χρέους (ΟΔΔΗΧ) και ο σχεδιασμός της κυβέρνησης τοποθετεί το σύνολο των εκδόσεων στα 8-12 δισ. ευρώ φέτος, γεγονός που παρέχει ευελιξία σχετικά με τα ποσά του επίσημου τομέα που μπορεί να αποπληρώσει και το κατά πόσο θέλει να χρησιμοποιήσει την υπάρχουσα ρευστότητα. Το μαξιλάρι των 31 δισ. ευρώ επαρκεί για να καλυφθούν οι λήξεις ομολόγων για περισσότερα από 2 χρόνια και υπάρχει σχεδιασμός η χώρα να χρησιμοποιήσει 6-9 δισ. ευρώ από τα χρήματα αυτά το 2021.

Η Ελλάδα μαζί με την Κροατία, τη Βουλγαρία και την Πορτογαλία είναι οι χώρες με τα μεγαλύτερα οφέλη από τα προγράμματα βοήθειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης Next Generation και Sure, εκ των οποίων μεγάλο μέρος είναι με τη μορφή των ενισχύσεων-χορηγήσεων. Αν τα ποσοστά απορρόφησης είναι υψηλά, σύμφωνα με τις επιδόσεις των τελευταίων ετών, η επίδραση στην αύξηση του ΑΕΠ κατά την περίοδο 2022-2024 θα είναι σημαντική, όπως προβλέπει και η ΤτΕ. Η νομισματική υποστήριξη ήταν και θα συνεχίσει να είναι πολύ ισχυρή. Οι αγορές περιουσιακών στοιχείων της ΕΚΤ, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, έχουν συμπιέσει το κόστος χρηματοδότησης και συνέβαλαν στη διευκόλυνση των χρηματοοικονομικών συνθηκών.

Η Ελλάδα θα είναι ένας από τους μεγαλύτερους δικαιούχους των κονδυλίων NextGenEU. Η δυνητική ανάπτυξη της Ελλάδας πάντως παραμένει αδύναμη λόγω των αρνητικών δημογραφικών στοιχείων, της περιορισμένης εγχώριας ρευστότητας και της μειωμένης ανταγωνιστικότητας των εξαγωγών παρά τις προηγούμενες προσπάθειες μεταρρύθμισης. Ενώ τα κονδύλια της Ε.Ε. μπορούν να βοηθήσουν στην επίλυση ορισμένων από αυτά τα ζητήματα, οι μακροπρόθεσμες αναπτυξιακές προκλήσεις παραμένουν.

Το στοίχημα του τουρισμού

Τα καμπανάκια από τους φόβους να μη χαθεί και η καλοκαιρινή σεζόν στον τουρισμό έχουν αρχίσει και χτυπάνε αφού ο κίνδυνος στην Ελλάδα όχι μόνο είναι υπαρκτός, αλλά είναι και αυξημένος σε σχέση με τους προηγούμενες μήνες.

Οι αυξημένοι κίνδυνοι γύρω από την τουριστική περίοδο στην Ελλάδα συνδέονται με τις μεταλλάξεις του στελέχους του κορωνοϊού, την αργή πρόοδο γύρω από τα εμβολιαστικά προγράμματα, αλλά και την αλλαγή των καταναλωτικών προτύπων. Η απώλεια ακόμη μίας τουριστικής σεζόν θα επιφέρει καίριο πλήγμα στην προσπάθεια ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας και στη ραχοκοκαλιά της, που είναι οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, αφού η χαμηλή ταχύτητα των εμβολιασμών συνεπάγεται ότι θα χρειαστούν για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα τα περιοριστικά μέτρα στις χώρες της Ευρωζώνης που είναι και η βασική δεξαμενή.

Από την άλλη, αν η άρση των περιοριστικών μέτρων αυτή τη φορά είναι πιο επιτυχής και τα εμβόλια επιτρέψουν την επιστροφή στην κανονική ζωή, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στις βασικές αγορές στις οποίες απευθύνεται ο ελληνικός τουρισμός, αυτό θα είναι game changer για τα αεροπορικά ταξίδια. Αν και το δεύτερο κύμα της πανδημίας του κορωνοϊού δεν φαίνεται τόσο ισχυρό στη χώρα όσο αλλού, η επιτυχία της φετινής τουριστικής σαιζόν εξαρτάται από την επιτυχία και των άλλων χωρών και ειδικά π.χ. της Μ. Βρετανίας, που είναι βασική τουριστική αγορά για εμάς και που αντιμετωπίζει και τη μετάλλαξη του ιού. Η ανάκαμψη συνεπώς θα έλθει μόνο από τα μέσα του 2021, όταν τεθεί υπό έλεγχο η πανδημία.

[ Πηγή άρθρου ]

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *