Το αφήγημα του σωτήριου Lockdown καταρρέει με πάταγο

του Κωστή Ανετάκη*

Άλλη μια επιστημονική έρευνα, από το περίφημο Science αυτή τη φορά, αποδεικνύει το προφανές:

Οι επαφές ανάμεσα στα μέλη μιας οικογένειας και γενικά ανάμεσα σε όσους μένουν μαζί, ευθύνονται σε μεγάλο βαθμό για τη συνέχιση της εξάπλωσης του κορονοϊού στη διάρκεια ενός «lockdown», όπως επιβεβαιώνει νέα κινεζο-αμερικανική επιστημονική έρευνα.

Οι ερευνητές του Πανεπιστημίου Φουντάν της Σαγκάης και των Εθνικών Ινστιτούτων Υγείας των ΗΠΑ, οι οποίοι έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο «Science», σύμφωνα με το «Nature» και τους «Φαϊνάνσιαλ Τάιμς», ανέλυσαν στοιχεία για 1.178 ανθρώπους της Χουνάν που είχαν μολυνθεί με SARS-CoV-2, καθώς και 15.000 στενές επαφές τους.

Κάθε πρόσθετη μέρα συνύπαρξης και στενής επαφής μέσα σε μια οικογένεια αυξάνει την πιθανότητα μετάδοσης του κορωνοϊού κατά περίπου 10%. Εκτιμήθηκε ότι το 80% των δευτερογενών λοιμώξεων οφείλονταν μόνο στο 15% των πρωτογενών λοιμώξεων.

[…]

Η μελέτη δείχνει ότι η επιβολή «λοκντάουν» αύξησε τον κίνδυνο μετάδοσης μέσα στα νοικοκυριά (ιδίως αν κάποιο μέλος ήταν απρόσεκτο, όσον αφορά την τήρηση των μέτρων προφύλαξης, όταν έβγαινε από το σπίτι), ενώ παράλληλα μειώθηκε η πιθανότητα μετάδοσης μεταξύ αγνώστων μέσα στην κοινότητα (Πηγή).

Αυτά είναι, πολύ περιληπτικά, όσα λέει η έρευνα, μέσα σε λίγες γραμμές. Όμως τα δεδομένα της προκαλούν αντιδράσεις. Μια επιστημονική έρευνα, μας λένε, πρέπει να κριθεί με βάση την κοινή λογική και μάλιστα η συγκεκριμένη έρευνα, λένε και πάλι, την παραβιάζει. Ωστόσο, η έρευνα είναι έρευνα και δεν συνάδει το αποτέλεσμα πάντοτε με την «κοινή» λογική, διότι αυτή δεν είναι προσανατολισμένη να κρίνει παρά μόνο εμπειρικά δεδομένα, όχι επιστημονικά, ενώ στέκεται αμήχανη μπροστά στη στατιστική ανάλυση, την οποία αδυνατεί να προσεγγίσει βάσει της κοινής εμπειρίας.

Η ιδέα, για παράδειγμα, ότι υπάρχουν μικροοργανισμοί που δεν φαίνονται με γυμνό μάτι, στους οποίους οφείλονται τα λοιμώδη νοσήματα, ήταν εντελώς παράλογη επί αιώνες, μέχρι που τελικά αυτοί ανακαλύφθηκαν. Επίσης, η πτήση σωμάτων βαρύτερων του αέρα, ακόμα και μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα, θεωρείτο πως αντίκειτο στην κοινή λογική. Η κοινή λογική, πριν από μόλις 100 χρόνια, θεωρούσε αυτονόητο ότι, μόλις ένα αυτοκίνητο ξεπεράσει την ιλιγγιώδη ταχύτητα των 20 χιλιομέτρων την ώρα, ο οδηγός θα πέθαινε από την… υπερβολική επιτάχυνση. Ακόμη και η ιδέα ότι οι χειρουργοί θα πρέπει να πλένουν και ν’ αποστειρώνουν τα χέρια τους, πριν μπουν στο χειρουργείο, αντιμετωπίσθηκε παρομοίως κατά τις δεκαετίες του 1850 και 1860 και ο πρώτος που τόλμησε να εισηγηθεί κάτι τέτοιο, ο περίφημος δρ. Semmelweis, οδηγήθηκε στο φρενοκομείο, από την… κοινή λογική της εποχής του. Ας μη μιλήσουμε για την κβαντική φυσική και τη θεωρία της σχετικότητας, επιστημονικοί κλάδοι και θεωρίες που είναι παντελώς αδύνατον να προσεγγισθούν από την κοινή αντίληψη, ή για τον «παραλογισμό», όπως θεωρείτο μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1950, της εγγραφής ολόκληρου του «βιβλίου της ζωής» στο απλό μόριο του DNA, μ’ έναν παγκόσμιο κώδικα που αποτελείται από μόλις 4 «γράμματα».

Και μιλάμε για την πολλοστή σοβαρή έρευνα που παρουσιάζουμε, από τα εγκυρότερα παγκοσμίως επιστημονικά περιοδικά, που αποδεικνύει ότι τα λοκντάουν δεν προσφέρουν το παραμικρό στον περιορισμό της εξάπλωσης του κορονοϊού.

Επομένως, λοιπόν, φαίνεται πως οι reviewer του Science δεν διαθέτουν την κοινή λογική και είναι ψεκασμένοι, οπότε θα πρέπει ν’ απαιτήσουμε να τους αντικαταστήσουν οι ιεροεξεταστές της «κοινής λογικής». Κανείς πιο τυφλός απ’ όποιον δεν θέλει να δει.

Ας κρατήσουν λοιπόν την κοινή λογική τους τούτοι οι αυτόκλητοι κριτές κι εμείς θα εμπιστευθούμε την επιστήμη. Μέχρι το τέλος, θα πρέπει ν’ απαντηθεί το μεγάλο ερώτημα, ποιος είναι τελικά ψεκασμένος και με τι.

Όσον αφορά στο σχόλιο που έλαβα σε σχετική συζήτηση, ότι ίσως δεν κατάλαβα την έρευνα, έχω να πω τούτο:

Μας κατηγορούν άνθρωποι χωρίς την παραμικρή επιστημονική γνώση, που δεν έχουν ποτέ δοκιμασθεί στη βάσανο της σύνταξης ή της κρίσης μίας επιστημονικής μελέτης ή γιατροί που εκπαιδεύονται από τις φαρμακοβιομηχανίες και απολαμβάνουν δωρεάν «συνεδριακό τουρισμό» και άλλα προνόμια με έξοδα αυτών των πολυεθνικών  ότι δεν γνωρίζουμε να διαβάσουμε τι λέει η επιστημονική έρευνα. Θα ήταν ενδιαφέρον, λοιπόν, να μας παρουσιάσουν οι ειδήμονες του διαδικτύου έστω μία έρευνα που ν’ αναδεικνύει τις αρετές των λοκντάουν, που ν’ αντικρούει όσες έχουμε μέχρι στιγμής παρουσιάσει. Όμως αυτό δεν πρόκειται να συμβεί, διότι η τηλεόραση δεν απονέμει τίτλους πανεπιστημιακών σπουδών, παρά μόνο ντύνει την άγνοια με χυδαία ημιμάθεια.

Ας επικεντρωθούμε, όμως, στη συγκεκριμένη μελέτη, που παρουσιάσαμε εξαρχής.

Η μέχρι τώρα έρευνα, λοιπόν, έχει αποδείξει (και αυτό το παραδέχεται ακόμα και ο… Χρυσοχοΐδης)  ότι ο ιός αδυναμεί σε ανοιχτούς χώρους, ενώ επικρατεί σε κλειστούς. Επιπλέον, η παρούσα έρευνα αποδεικνύει ότι ο κύριος όγκος της μετάδοσης γίνεται μέσα στα σπίτια, κάτι που, όπως λένε και οι σταυροφόροι της «κοινής λογικής», θα συνέβαινε ούτως ή άλλως.

Πράγματι, θα συνέβαινε ούτως ή άλλως, αλλά σε ποιον βαθμό; Καταρχάς, αυτό που λένε οι ίδιοι σημαίνει ότι ακριβώς τα λοκντάουν δεν προσφέρουν απολύτως τίποτα, αλλά δεν κάθονται να σκεφτούν τις προεκτάσεις αυτού που υποστηρίζουν, εντούτοις υποτίθεται ότι εμείς δεν κατανοούμε την επιστήμη…, τέλος πάντων.

Τώρα, με αυτά ως δεδομένα, προκύπτει αβίαστα το συμπέρασμα ότι το μόνο που θα κερδίσεις με τον εγκλεισμό, αυξάνοντας δηλαδή τον χρόνο που κάθε μέλος της οικογένειας εκτίθεται υποχρεωτικά στον ιό μέσα σε κλειστούς χώρους, το μόνο που θα επιτύχεις είναι να αυξήσεις και όχι να μειώσεις τη μετάδοση.

Στη Θεσσαλονίκη διανύουμε την 5η εβδομάδα λοκντάουν, δηλαδή ακόμα και αν λάβουμε υπόψιν τον χρόνο καθυστέρησης μεταξύ μόλυνσης και παρουσίασης συμπτωμάτων και κατόπιν θανάτου, σε όσους καταλήγουν, σήμερα βλέπουμε την κατάσταση εξάπλωσης του ιού στην κοινότητα κατά τη δεύτερη με τρίτη εβδομάδα του λοκντάουν.

Το αποτέλεσμα; Απ’ το κακό στο χειρότερο. Κι αντί να σταθούν και ν’ αναρωτηθούν ΜΗΠΩΣ, λέω ΜΗΠΩΣ, αρμενίζουμε στραβά, προσπαθούν να βρουν δικαιολογίες, ότι δήθεν είναι ο γιαλός στραβός. Φταίνε οι πολίτες, που δεν συμμορφώνονται (από πού ακριβώς αποδεικνύεται αυτό, δεν μας λένε όμως), φταίνε οι ασωτείες και οι διασκεδάσεις, φταίει ο κακός μας ο καιρός. Ακόμα όμως και αν κάποιοι πολίτες δεν συμμορφώνονται επαρκώς -οι ίδιοι πολίτες που, όταν τα μέτρα έδειχναν ν’ αποδίδουν (έτυχε, δεν πέτυχε), λάμβαναν εύσημα για τη συμμόρφωσή τους- κανείς, ούτε για μια στιγμή, δεν στάθηκε να σκεφτεί μήπως τυχόν τα μέτρα είναι αλλοπρόσαλλα και ανεφάρμοστα στην πράξη. Αν δηλαδή αποφάσιζαν και διέταζαν, για παράδειγμα, να στεκόμαστε στο ένα πόδι ολημερίς, θα έφταιγαν άραγε οι πολίτες που δεν θα συμμορφώνονταν; Μήπως τα μέτρα είναι ενάντια στην ίδια τη φύση του ανθρώπου και δεν μπορούν να εφαρμοσθούν για πολύ καιρό; Τόσο πολύ ο τρόμος και ο δογματισμός με τον οποίο τα χρυσοπληρωμένα ΜΜΕ ψεκάζουν το ευρύ κοινό, έχει σκοτίσει την «κοινή λογική» τους, σε σημείο που έχουν ήδη ξεχάσει πώς ήταν η φυσιολογική ζωή πριν από μερικούς μόλις μήνες; Με τρομάζουν αυτοί που ποτέ δεν αμφισβητούν, όπως και ο αφόρητος κομφορισμός, η ιδεολογία της συμμόρφωσης που κυριαρχεί στις μέρες μας, οι οποίες πλέον φέρνουν ανατριχιαστικά στο νου τις έσχατες μέρες της δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Έφτασαν στο σημείο να διώκουν πειθαρχικά γιατρούς που αγωνίζονται στην πρώτη γραμμή, επειδή τόλμησαν… να μολυνθούν.

Θυμίζουν τους φανατικούς της κερκίδας, που προκειμένου να μην παραδεχτούν ότι η ομάδα τους είναι κουρέλα, αρχίζουν την γκρίνια και τις δικαιολογίες: Ήταν εχθρική η διαιτησία, ήταν βαρύ το τερέν, έβριζαν πολύ οι αντίπαλοι φίλαθλοι, δεν ήταν καλής ποιότητας η μπάλα… Κι έρχονται τώρα ν’ αμφισβητήσουν την επιστημονική έρευνα, λες και πρόκειται για άρθρο σε αθλητική εφημερίδα.

Τους παρουσιάζουμε πληθώρα μελετών, στα καλύτερα επιστημονικά περιοδικά, Science, The Lancet, New England Journal of Medicine, έρευνες που εξετάσθηκαν εξονυχιστικά από τους καλύτερους reviewer στον κόσμο, κι αυτοί μας απαντούν ότι «αντίκεινται στην κοινή λογική».

Τους εμφανίζουμε προτάσεις καθηγητών της Οξφόρδης, του Στάνφορντ, του Χάρβαρντ, των ελληνικών πανεπιστημίων, για διαφορετική επιδημιολογική αντιμετώπιση, βάσει δεδομένων, και αυτοί συνεχίζουν να μυρικάζουν «Δεν υπάρχει εναλλακτική (TINA)».

Επιστήμονες παγκόσμιου βεληνεκούς, που ανήκουν στο 0,1% των πλέον επιδραστικών ερευνητών στον πλανήτη, όπως οι Γ. Ιωαννίδης και Κ. Φαρσαλινός, έχουν βαπτισθεί «ηγέτες των αρνητών του ιού» και «ψεκασμένοι», χωρίς ωστόσο καμία επιστημονική τεκμηρίωση.
Τους λέμε ότι ακόμα και ο ΠΟΥ (WHO) δεν εγκρίνει τα λοκντάουν, παρά μόνο για λίγο καιρό, ως λύση έκτακτης ανάγκης, και μόνο με σκοπό να αναδιοργανώσει κανείς το σύστημα υγείας του, κι αυτοί απαντούν αδιάφορα, «who is WHO?».

Βλέπουν μπροστά στα μάτια τους τον ιό να καλπάζει ανενόχλητος, πιθανώς κι ενισχυμένος, από τα λοκντάουν, κι αυτοί επιμένουν πεισματικά, «πού να βλέπατε τι θα είχε γίνει ΑΝ ΔΕΝ κάναμε λοκντάουν» (άλλο ένα δικολαβίστικο και ανορθολογικό «επιχείρημα»). Όταν θα έρθει η ώρα του λογαριασμού, είμαστε βέβαιοι ότι πάλι εμείς θα φταίμε, διότι…, ε, όλο και κάτι θα βρει ο καθεστωτικός κυνισμός να μας κατηγορήσει.

Και όσο ο δογματικός ολοκληρωτισμός τους έρχεται σε αντίθεση με την πραγματικότητα, τόσο το χειρότερο για την πραγματικότητα. Μπροστά στην αποτυχία της πολιτικής των λοκντάουν, συνεχίζουν να κραυγάζουν υστερικά, «λάβετε πιο αυστηρά ακόμα μέτρα, δεν φτάνουν αυτά». Άσχετα αν η επιστημονική έρευνα έχει αποδείξει ότι ούτε ο στρατιωτικός νόμος δεν αποτρέπει τη μετάδοση του ιού στην κοινότητα.

Κανείς, όμως, από τους ιησουίτες της «κοινής λογικής» δεν αναρωτήθηκε για το τρομακτικότερο όλων: Τα λοκντάουν εφαρμόζονται για πρώτη φορά στην ιστορία, σε αυτήν τη μαζική κλίμακα, όμως κανείς «λογικός» δεν ερευνά ποιες είναι οι συνέπειες στη δημόσια υγεία από την εφαρμογή τους, πόσους ανθρώπους σώζουν τελικά και πόσους επιπλέον θανάτους θα προκαλέσουν. Μα όχι, όχι, αρκεί που το είπε η τηλεόραση, φτάνει που το διέταξε η κυβέρνηση, δεν χρειαζόμαστε αποδείξεις. Τελικά, ούτε κοινή ούτε λογική είναι η «λογική» τους, εκτός και αν θεωρείται πλέον θέσφατο η δουλοπρεπής υπακοή στην κατεστημένη αυθεντία.

Το μόνο που μπορεί, τελικά, κανείς να σκεφτεί, είναι πως όταν ο άνθρωπος φοβάται, είναι ικανός να δεχτεί κάθε εξουσιαστική αγριότητα. Ίσως η δραστική μείωση της παρακολούθησης τηλεοπτικής προπαγάνδας να ήταν η ενδεδειγμένη θεραπεία σε τέτοιες βαριές περιπτώσεις…

* Ο Κωστής Ανετάκης είναι βιολόγος, με μεταπτυχιακό στην Νανοτεχνολογία και διδακτορικό στην Ιατρική. Εργάζεται ως Ακαδημαϊκός Υπότροφος στο τμήμα Βιοϊατρικών Επιστημών του ΔΙΠΑΕ στη Θεσσαλονίκη, διδάσκοντας εργαστηριακές ασκήσεις Ιολογίας και Κλινικής Χημείας στους φοιτητές. Πρόσφατα, επιμελήθηκε τη μετάφραση του βιβλίου ιολογίας Introduction to Modern Virology των N. J. Dimmock, A. J. Easton και K. N. Leppard, για λογαριασμό του εκδοτικού οίκου University Press, το οποίο θα διατεθεί στα πανεπιστημιακά τμήματα Βιοϊατρικών Επιστημών Αθήνας και Θεσσαλονίκης ως διδακτικό σύγγραμμα, από το ακαδημαϊκό έτος 2020-21

από το «http://sioualtec.blogspot.com/»

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *