Εγώ, η «Ελευθεροτυπία» και οι «πεινασμένες» τράπεζες

του Ντίμη Πετρίδη…

«Σήμερα θα έπαιρνα λέει, ένα ποσό από τον πλειστηριασμό του κτιρίου της Ελευθεροτυπίας. Ένα ποσό, που θα μπορούσα να διαμοιράσω σε όλους αυτούς που χρωστάω το ότι ζω σήμερα γιατί με τάισαν, γιατί με δάνεισαν, γιατί με σπίτωσαν. Αλλά φευ. Η Alpha Bank και η Πειραιώς, έχουν μεγαλύτερη ανάγκη από εμένα αυτά τα λεφτά. Πολύ μεγαλύτερη ανάγκη» – γράφει ένας πρώην εργαζόμενος της Ελευθεροτυπίας, που σήμερα θα έπαιρνε, όπως κι άλλοι 850 πρώην εργαζόμενοι της εφημερίδας, μέρος των δεδουλευμένων και της αποζημίωσής του.

Νοέμβριος 1991. Η Ελευθεροτυπία ήδη είχε κυκλοφορήσει το περιοδικό «Ε» στην Κυριακάτικη έκδοσή της, και ο Γιάννης Κορωναίος, ο art director της εφημερίδας, είχε απίστευτο φόρτο εργασίας στο καινούργιο περιοδικό. Στις δεκαπέντε του μήνα, κάναμε ένα ραντεβού μαζί για να με δει, να συζητήσουμε, να δούμε αν μπορώ να τον αντικαταστήσω στο ατελιέ του καθημερινού φύλλου. Ψιλοτσακωθήκαμε για τον μισθό, ήθελε να μου δώσει τότε 5.000 δρχ. λιγότερες από αυτό που ζητούσα και έφυγα.

Δεκαεπτά Νοεμβρίου το 1991. Η Αθήνα καίγεται από τις διαδηλώσεις, και το Πολυτεχνείο στην Πατησίων τυλίγεται στις φλόγες. Γύρω στις 7 το απόγευμα, το τηλέφωνο στο σπίτι κτυπάει, ο Γιάννης ρωτάει, «Ντίμη που είσαι;». Σπίτι του λέω. «Έλα αμέσως στην Κολοκοτρώνη, ξεκινάς δουλειά άμεσα» μου λέει.

Και έτσι ξεκίνησε το ταξίδι μου σε αυτήν την εφημερίδα. Ξενύχτια τότε με τον Γιάννη για να σχεδιάσουμε το κασέ στον υπολογιστή, να μεταφέρω τις γραμματοσειρές και να τις σχεδιάσω ξανά ηλεκτρονικά, και τον Ιούνιο του ’92 το πρώτο ένθετο κατ’ εξοχή σχεδιασμένο, διεκπεραιωμένο και τυπωμένο από υπολογιστή αφιερωμένο στο περιβάλλον κυκλοφόρησε. Ο Τσιβεριώτης που είχε τότε την διεκπεραίωση γύρναγε και κούναγε το δάκτυλο σε μένα και σε άλλους για το έγκλημα που κάναμε και πως καταστρέφαμε την εφημερίδα. Όμως η εφημερίδα πήγε μπροστά, ακολούθησε τις τεχνολογικές εξελίξεις. Πήγαμε σε εκθέσεις, αγοράσαμε υπολογιστές (και εκεί είχαμε συγκρούσεις γιατί θέλανε pc, αλλά εγώ επέμενα, και κέρδισα να έχουμε Apple), εκτυπωτές, κάναμε σεμινάρια στα παιδιά της διεκπεραίωσης, και η εφημερίδα βγήκε πρώτη από τον ανταγωνισμό στην κυκλοφορία χρησιμοποιώντας το DTP (Desktop Publishing).

Και έμεινα εκεί. Για 21 χρόνια. Ήτανε το «σπίτι» μου. Βασικά το μοναδικό μου «σπίτι», μιας και πέρναγα πολλές ώρες της ημέρας στο γραφείο. Αγαπηθήκαμε με συναδέλφους, τσακωθήκαμε με συναδέλφους, κάπνισα τόνους τσιγάρα (μέχρι που τελικά το έκοψα και ησύχασα).

Και έκανα σχέσεις εκεί. Σχέσεις ζωής. Φίλους και φίλες που μέχρι και σήμερα, κοντά 10 χρόνια μετά, έχω επαφές. Και τα λέμε όταν και όποτε μπορούμε.

Και δέκα χρόνια μετά, από τότε που όλο αυτό το σύμπαν μου γκρεμίστηκε, με βρίσκει καταρρακωμένο. Με βρίσκει απένταρο, με τις τράπεζες να διεκδικούν το μοναδικό περιουσιακό μου στοιχείο, το σπίτι μου. Γιατί όλα τα άλλα, τα εκποίησα. Δεν έχω πλέον αμάξι, δεν έχω πλέον ποδήλατο, τηλεόραση, οικοσκευή, το σπίτι μου για να μένω. Γιατί για να μπορέσω να πληρώνω το δάνειο, έπρεπε να φύγω από εκεί. Να το νοικιάσω. Να φύγω από το σπίτι μου. Το σπίτι μου. Και να είμαι βασικά στον δρόμο. Να με φιλοξενούν και να με συντηρούν οι φίλοι.

Μιας και η καταγωγή μου είναι από Κύπρο, δεν είχα κανέναν συγγενή δίπλα μου. Και άρχισα να μοιράζω τον χρόνο μου, στην Αθήνα, ψάχνοντας για δουλειά (που δεν βρήκα), και στην Κύπρο, να με συντηρούν 2 συνταξιούχοι γονείς και να μένω και πάλι στο εφηβικό μου δωμάτιο. Και να έχω μια μαμά, που να λέει «παιδί μου, πρέπει να πάμε σε γιατρό, έχεις κατάθλιψη». Και να λέω παράτα με ρε μάνα. Δεν χρειάζεται γιατρός για να μου το πει αυτό. Φυσικά και έχω κατάθλιψη. Έχω χάσει την δουλειά μου, το σπίτι μου, τα λεφτά μου, την σύνταξή μου. Έχω χάσει τα πάντα. Τα πάντα.

Και ερχόμαστε στο σήμερα. Στο σήμερα που θα έπαιρνα λέει, ένα ποσό από τον πλειστηριασμό του κτιρίου της Μίνωος. Ένα ποσό, που θα μπορούσα να διαμοιράσω σε όλους αυτούς που χρωστάω το ότι ζω σήμερα γιατί με τάισαν, γιατί με δάνεισαν, γιατί με σπίτωσαν.
Αλλά φευ. Η Alpha Bank και η Πειραιώς, έχουν μεγαλύτερη ανάγκη από εμένα αυτά τα λεφτά. Πολύ μεγαλύτερη ανάγκη. Και βέβαια, δεν τα πήρα. Και δεν ξέρω πότε και εάν θα τα πάρω. Το μόνο που ξέρω σίγουρα, είναι ότι πλέον δεν έχω ανάγκη καμία τράπεζα. Ούτε έχω ανάγκη να μου «φυλάξει» τα λεφτά μου. Πρώτον, γιατί λεφτά δεν έχω, και δεύτερον, και να είχα, προτιμώ να τα βάλω κάτω από το στρώμα μου παρά να τα έχουνε αυτοί. Και έκλεισα τους λογαριασμούς μου μαζί τους. Παρά μόνο αυτόν που εξυπηρετεί το δάνειό μου μιας και επιτέλους εντάχθηκα στον ν. Κατσέλη. Και έτσι τουλάχιστον, καμία #@&*#τράπεζα  δεν θα μου πάρει το σπίτι. Το μοναδικό μου πλέον περιουσιακό στοιχείο. Τη μοναδική μου άγκυρα.

ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΜΟΥ.

(αναδημοσίευση από το fb του Ντ. Πετρίδη, σήμερα, 17 Ιουλίου 2020, με την άδειά του)


Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *