Οι δυο Ελλάδες και η πρόσβαση

Γράφει η Βαρβάρα Παπαδοπούλου*…

Χρόνια το συνομολογούμε κατ’ ιδίαν· δημόσια, όμως, αποφεύγουμε να το πούμε καθαρά, φοβούμενοι την αιχμηρότητα της δήλωσης: υπάρχουν δυο Ελλάδες, η Ελλάδα του τουρισμού και η υπόλοιπη χώρα.

Αν και προφανής δεκαετίες τώρα, η διάκριση αυτή φανερώθηκε εξαιρετικά έντονα στα χρόνια της οικονομικής κρίσης. Ενώ η Αθήνα και η ενδοχώρα δοκιμάζονταν αβάσταχτα την τελευταία δεκαετία, η νησιωτική χώρα όχι απλώς δεν επηρεάστηκε από την κρίση αλλά, αντιθέτως, πλούτισε κιόλας. Για την πρωτεύουσα η δοκιμασία, τα χρόνια αυτά, ήταν φυσική κι αναμενόμενη καθώς οι μεγάλες πόλεις είναι αυτές που καρπώνονται πρώτες τα αγαθά της όποιας ευμάρειας και πρώτες, πάλι, πληρώνουν αντιστοίχως το τίμημα των κρίσεων. Η διαφορά, όμως, γενικότερα μεταξύ ηπειρωτικής και νησιωτικής χώρας τη δεκαετία που μας πέρασε ήταν σοκαριστική. Την ίδια ώρα που τόσοι άνθρωποι πέφτανε σε μακροχρόνια ανεργία και φτώχεια, στα νησιά η κρίση ουδόλως έγινε αντιληπτή, συχνά μάλιστα φτιάχνονταν περιουσίες.

Το να πλουτίζει κανείς από τη δουλειά του, παρέχοντας υπηρεσίες, προφανώς δεν έχει τίποτε το μεμπτό. Υπάρχει, ωστόσο, ένα ζήτημα. Πόσο τιμάται το νησιωτικό τοπίο, οι αμμουδιές, τα βράχια, τα ηλιοβασιλέματα κι οι ανατολές στο Αιγαίο. Από μια άποψη δεν υπάρχει τιμή. Είναι κάτι ανεκτίμητο. Ενα πράγμα, ωστόσο, είναι η παροχή υπηρεσιών, ένα τελείως άλλο η εμπορευματοποίηση του τοπίου. Πόση κερδοσκοπία, δηλαδή, μπορεί να διαπράττεται πάνω στα βράχια, στις ακρογιαλιές, στα ηφαίστεια και στα ασβεστωμένα στενά των αιγαιοπελαγίτικων παραδοσιακών οικισμών; Πόσο υψηλό μπορεί να είναι το τίμημα της ανάγκης των ταλαιπωρημένων ανθρώπων της πόλης να ξεπλύνουν από πάνω τους τη σκόνη του χειμώνα και το στραπάτσο του πρόσφατου εγκλεισμού;

Το φετινό, παράξενο καλοκαίρι της πανδημίας αναδεικνύει περισσότερο από ποτέ άλλοτε την ταξικότητα των διακοπών. Ελάχιστοι αντέχουν οικονομικά να πληρώσουν την ακριβή, συχνά πανάκριβη διαμονή στα νησιά, όπου φέτος, λόγω της συνθήκης του κορονοϊού και της συνεπακόλουθης βραχείας σεζόν, οι τιμές έχουν σκαρφαλώσει σε ύψη δυσθεώρητα. Μοιάζει σαν οι πολίτες αυτής της χώρας να μη δικαιούνται, στην πλειονότητά τους, την πρόσβαση στην ομορφιά που η φύση απλώνει δωρεάν στους ανθρώπους. Η ελεύθερη κατασκήνωση, καταφύγιο των οικονομικά ασθενών, της νεολαίας και των ονειροπόλων, στα λίγα μέρη που επιτρεπόταν, με πρόσχημα τον κορονοϊό απαγορεύτηκε. Ολα πια γίνονται υπηρεσίες επί πληρωμή. Οι τελευταίες νησίδες αχρονίας και παρεΐστικου πνεύματος όπου η ζωή συμβαίνει τ ώ ρ α, μακριά από οθόνες κινητών, τείνουν να εξαφανιστούν. Ολοένα και λιγότερη ελευθερία όχι μόνο εξαιτίας μιας έκτακτης υγειονομικής συνθήκης, αλλά του οδοστρωτήρα της αγοράς που ομογενοποιεί ό,τι βρει μπροστά του.

Ο κορονοϊός «εξισορρόπησε» μια κοινωνική και οικονομική ασυμμετρία ανάμεσα στις δυο Ελλάδες, για την οποία δεν μιλούσαμε ποτέ. Παράλληλα, όμως, στερεί ακόμη περισσότερο από τους κοινωνικά αδύναμους την πρόσβαση σε αγαθά αυτονόητα, το δικαίωμα στη χαρά των πραγμάτων που είναι προορισμένα να μην αγοράζονται και που γι’ αυτό είναι τόσο πολύτιμα.

* καλλιτέχνις, ακτιβίστρια

(αναδημοσίευση απο το efsyn.gr)

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *