Οι ξαπλώστρες της οργής

Γράφει η ΤΑΣΟΥΛΑ ΕΠΤΑΚΟΙΛΗ

«Η τιμή για τις ξαπλώστρες είναι δέκα ευρώ, συν ό,τι παραγγείλετε» μας ενημέρωσε η κοπέλα πριν καλά καλά προλάβουμε να αφήσουμε κάτω τα πράγματά μας. «Δέκα ευρώ η μία», συμπλήρωσε έπειτα από παύση λίγων δευτερολέπτων. «Ντρέπομαι που κοστίζουν τόσο, ειδικά αυτό το τόσο δύσκολο καλοκαίρι, αλλά οφείλω να σας το πω. Αν ήταν στο χέρι μου, θα σας τις έδινα δωρεάν…».

Επάγγελμα σερβιτόρα. Oλη μέρα πέρα δώθε στο λιοπύρι, με μάσκα και γάντια, πάνω στην καυτή άμμο, σε μπιτς μπαρ δημοφιλούς παραλίας της Πάρου. Δημοφιλής, τρόπος του λέγειν με τα σημερινά δεδομένα. Κάποιοι τουρίστες υπάρχουν, Ελληνες στην πλειονότητά τους, αλλά σε τίποτα η φετινή σεζόν δεν θυμίζει τις δόξες των περασμένων ετών. Πολλά ξενοδοχεία δεν έχουν καν ανοίξει και οι περισσότεροι από όσους το τόλμησαν μάλλον το έχουν μετανιώσει. «Τα έσοδά μας από τον Ιούνιο που επαναλειτουργήσαμε μέχρι σήμερα μόλις έχουν ξεπεράσει τα χίλια ευρώ. Βάζουμε πλάτη, όμως, για το νησί, για να μείνει στον χάρτη ως προορισμός», μου είπε ιδιοκτήτης μικρής μονάδας ενοικιαζόμενων διαμερισμάτων.

Ομως ο ιδιοκτήτης εκείνου του… μπιτσόμπαρου στον Λογαρά, όπως και ένας συνάδελφός του στον Φάραγγα, ο οποίος χρεώνει δεκαπέντε ευρώ τη μία ξαπλώστρα, θεωρούν προφανώς ότι μπορούν να ρεφάρουν τη ζημία του κορωνο-θέρους κρατώντας τις τιμές στα ύψη. Τιμωρώντας, δηλαδή, ουσιαστικά, τους τολμηρούς που αποφάσισαν να ταξιδέψουν στην Πάρο εν μέσω πανδημίας. Και σίγουρα θα προφασιστούν πολλές δικαιολογίες: «Είναι υψηλό το νοίκι, έχω υπαλλήλους, δεν βγαίνω» κ.ο.κ.

Την ίδια ώρα, μια παρέα «ανήσυχων» βιβλιοφίλων –κάποιοι θα τους πουν ίσως αιθεροβάμονες– διοργάνωνε στις Λεύκες το πρώτο φεστιβάλ παιδικού και εφηβικού βιβλίου, υπό αντίξοες συνθήκες, «για να ξεκολλήσουν τα παιδιά από την τηλεόραση, τα τάμπλετ και το Tik Tok και να ανακαλύψουν τη χαρά της ανάγνωσης». Η πλατεία, το ανοιχτό θεατράκι και το προαύλιο του δημοτικού σχολείου του πανέμορφου ορεινού χωριού της Πάρου γέμιζαν κάθε μέρα πιτσιρίκια που απολάμβαναν τη συμμετοχή τους σε εργαστήρια γραφής και αυτοσχεδιασμού, παιχνίδια με λέξεις και εικόνες, αφηγήσεις παραμυθιών.

Από τη μια η αρπαχτή, που είναι τρόπος ζωής, που γεννιέται από τη νοοτροπία «να σωθώ εγώ κι όλα τ’ άλλα στάχτη και μπούρμπερη». Κι από την άλλη, η αγάπη για τον τόπο και για όσα θα του δώσουν προστιθέμενη αξία, η συνειδητοποίηση της ευθύνης, ο σεβασμός στον επισκέπτη, το όραμα για ποιοτικό τουρισμό.

Δύο αντικρουόμενες φιλοσοφίες. Δύο αντίρροπες δυνάμεις. Δύο διαφορετικές Ελλάδες…

[ Πηγή άρθρου ]

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

error: Content is protected !!