Ανταπόκριση από την εμπόλεμη Συρία: Πώς είναι να ζεις εκτοπισμένος μέσα στην ίδια σου τη χώρα

Τρεις ιστορίες από την υπαίθρια «φυλακή» του Ιντλίμπ.

Αμπού Φαντέλ, Χασάν και Ιμάν… και οι τρεις ζουν στο Ιντλίμπ στη βορειοδυτική Συρία. Όπως ακριβώς και 2,7 εκατομμύρια Σύριοι που εκτοπίστηκαν αρκετές φορές μέσα στη χώρα τους και μερικοί από αυτούς κατέληξαν στο Ιντλίμπ. Το τελευταίο προπύργιο των ανταρτών, που βομβαρδίστηκε από μαζικές αεροπορικές επιδρομές με επικεφαλής τον συριακό στρατό και τους συμμάχους του, το Ιντλίμπ έγινε το καταφύγιο ενός πληθυσμού που μετά από εννιά χρόνια πολέμου έχει μείνει θρυμματισμένος, φτωχός και χωρίς ελπίδα για το μέλλον.

Ο Άμπου Φάντελ, ο Χασάν και η Ιμάν αφηγούνται παρόμοιες ιστορίες της καθημερινής ζωής – την ατελείωτη αναμονή, τον φόβο και τον τρόμο του πολέμου ζώντας σε μια υπαίθρια «φυλακή». Οι αφηγήσεις τους συνοδεύονται από τα σκίτσα της καλλιτέχνιδας Hélène Aldeguer.

Στα μέσα Ιουνίου, αεροπορικές επιδρομές σημειώθηκαν ξανά στο Ιντλίμπ, με στόχο αυτή τη φορά τη ζώνη δυτικά του Μαρατ-αλ-Νουμάν. Οι περισσότεροι άνθρωποι σε περιοχές που ελέγχονται από την αντιπολίτευση σε αυτή την περιοχή ζουν σε συνθήκες φτώχειας και πολλοί έχουν μετακινηθεί από πόλεις σε καταυλισμούς γύρω από τη Ντάνα, τη Σαρμάδα και την Ατμέ, όπου οι ομάδες των Γιατρών Χωρίς Σύνορα παρέχουν βοήθεια.

 «Δεν υπάρχει πουθενά ασφάλεια πια»

Το 2013, οι συριακές κυβερνητικές δυνάμεις πολιορκούν την Ανατολική Γκούτα, ένα οχυρό ανταρτών ανατολικά της Δαμασκού. Το καλοκαίρι του ίδιου έτους, στην περιοχή σημειώθηκαν ύποπτες επιθέσεις χημικών όπλων. Μετά από τέσσερα χρόνια πολιορκίας, το 2017 η Ανατολική Γκούτα ήταν μια από τις ζώνες απο-κλιμάκωσης που υποτίθεται ότι σταμάτησαν τις μάχες. Αλλά οι αεροπορικές επιδρομές συνέχισαν να αποτελούν μέρος της καθημερινής ζωής των κατοίκων της. Η Ιμάν Ουμ Ζιάντ και τα οκτώ παιδιά της ζούσαν εκεί. Όπως πολλοί Σύριοι στην Ανατολική Γκούτα, προτίμησε να απομακρυνθεί προς το Ιντλίμπ.  «Η νύφη μου πέθανε στις χημικές επιθέσεις το 2013», λέει. «Ζούσαμε μέσα στη φρίκη, οι αεροπορικές επιδρομές γίνονταν μέρα και νύχτα,  ζούσαμε υπό πολιορκία και δεν είχαμε τίποτα για φαγητό». Η πολιορκία ήταν συνολική και θυμάται τις ημέρες χωρίς φαγητό και το θάνατο της μητέρας της λόγω έλλειψης φαρμάκων.

Η 43χρονη γυναίκα θυμάται να έχει εκτοπιστεί αρκετές φορές μέσα στη Γκούτα για να ξεφύγει από τον βομβαρδισμό. «Από τη μια μέρα στην άλλη, φύγαμε για να επιβιώσουμε. Αλλάξαμε σπίτι έξι ή επτά φορές, και οι αεροπορικές επιθέσεις συνέχιζαν να πλησιάζουν». Τον Φεβρουάριο του 2018, ο συριακός στρατός ξεκίνησε εναέρια επίθεση μεγάλης κλίμακας κατά την οποία σκοτώθηκαν πολλοί άνθρωποι. Τον Απρίλιο του 2018, η Ιμάν και η οικογένειά της έφυγαν προς το Ιντλίμπ. «Αυτή είναι μια ημερομηνία που θα θυμόμαστε πάντα. Ήταν όταν έπρεπε να φύγουμε από το μέρος που πραγματικά αγαπήσαμε. Έχουμε υποστεί τρομερά πράγματα εδώ και είδαμε τόση φρίκη».

Εκείνη, ο σύζυγος και τα παιδιά της πήραν το λεωφορείο για το Ιντλίμπ. Κατέβηκαν στο Χάρεμ και πήγαν στο Σαρακέμπ όπου έμεναν σε ένα σπίτι για λίγο, αλλά το ενοίκιο ήταν υπερβολικά υψηλό. Εκτοπίστηκαν για άλλη μια φορά σε έναν από τους πολλούς καταυλισμούς, όπου ζουν μέχρι σήμερα. «Δεν ξέρουμε πού να πάμε πια. Ανά πάσα στιγμή, οι αεροπορικές επιθέσεις μπορούν να ξεκινήσουν ξανά».

Πριν από τον πόλεμο, η Ιμάν φρόντιζε το σπίτι, ενώ ο σύζυγός της έβγαζε τα προς το ζην δουλεύοντας στα χωράφια μαζί με έναν από τους γιους του, ο οποίος σκοτώθηκε από πυρά ελεύθερου σκοπευτή, ενώ έφερνε στο σπίτι ψωμί. Κανένας από την οικογένεια δεν δουλεύει τώρα και η οικονομική τους κατάσταση χειροτερεύει μέρα με τη μέρα. Η αξία της λίρας της Συρίας έχει μειωθεί στο μισό από τις αρχές Μαΐου 2020, γεγονός που οδηγεί σε υψηλό πληθωρισμό. Η υποτίμηση είναι το αποτέλεσμα της κρίσης στο Λίβανο, όπου οι περισσότεροι Σύριοι διατηρούν τις αποταμιεύσεις τους, οι κυρώσεις των ΗΠΑ εναντίον της Συρίας και οι επιζήμιες επιπτώσεις στην οικονομία από την πανδημία Covid-19.

Η Ιμάν λέει ότι δεν θα επιστρέψουν. «Όσο υπάρχει αυτό το καθεστώς, δεν μπορούμε να επιστρέψουμε στη Γκούτα. Έχουν καταστήσει σαφές ότι θα φυλακιστούμε ή θα εκτελεστούμε εάν γυρίσουμε. Πουθενά δεν είμαστε πια ασφαλείς, ούτε καν στο Ιντλίμπ».

Ο καταυλισμός που έχουν καταφύγει έχει κοινόχρηστες τουαλέτες, σχεδόν καθόλου καθαρό νερό, ηλεκτρικό ρεύμα και, λόγω της Covid-19, τους τελευταίους δύο μήνες τα παιδιά δεν πηγαίνουν σχολείο. «Με τις μάχες και τις αεροπορικές επιθέσεις, έτσι κι αλλιώς δεν πηγαίνουν συχνά. Προσπαθώ να τους διδάξω εγώ αυτά που ξέρω. Έχασαν ήδη σχεδόν δύο χρόνια σχολείου όταν ζούσαμε στη Γκούτα».

Δύο από τις κόρες της Ιμάν έμειναν στην Ανατολική Γκούτα. Έχουν σπάνια τηλεφωνική επαφή – μόνο με φωνητικά μηνύματα. «Όλη η οικογένειά μου είναι χωρισμένη. Μερικοί βρίσκονται στο Ιντλίμπ και άλλοι στην Ανατολική Γκούτα. Όλα έχουν καταρρεύσει ».

Αφηγείται τον πανικό της 10χρονης κόρης της, Τζάνα, κάθε φορά που ακούει αεροπλάνα να πετούν. «Κρυβόμασταν όλοι στο μπάνιο ή κάτω από τις σκάλες. Η Τζάνα κλαίει χωρίς λόγο και είναι πάντα λυπημένη. Προσπαθεί να με καθησυχάσει, αλλά βλέπω ότι δεν είναι καλά». «Μετά την πολιορκία της Ανατολικής Γκούτα, βρισκόμαστε σε άλλη πολιορκία, αυτή τη φορά εδώ στο Ιντλίμπ».

«Συνεχίζουμε να ελπίζουμε, αλλά αυτό ακριβώς μας σκοτώνει»

Ο Χασάν Αμπού Νώε ήταν μαθητής στο Ταλμπισέ στη Χομς. «Ήταν καθήκον μου να αντισταθώ», λέει ο 33χρονος. Κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και της αντιπολίτευσης, απομακρύνθηκε προς την περιοχή Χαν αλ –Ασάλ στην επαρχία Χαλέπι. Έμεινε εκεί για ένα χρόνο, αλλά, στα τέλη Ιανουαρίου 2019, οι αεροπορικές επιθέσεις εντάθηκαν και αναγκάστηκε να φύγει.

«Οι άνθρωποι φοβήθηκαν. Ήταν σαν να ήμουν σε αργή κίνηση. Όλοι γύρω μου έτρεχαν,  αλλά εγώ ένιωθα μούδιασμα. Πηδήξαμε σε ένα αυτοκίνητο και φύγαμε». Τα αεροπλάνα συνέχισαν να ρίχνουν τις βόμβες τους στην περιοχή, καθώς ο πληθυσμός κατέφευγε στο Ιντλίμπ. Ένα αεροπλάνο πέρασε μόλις 50 μέτρα πάνω από τα κεφάλια του Χασάν και των γιων του.

Ο Χασάν ζει στο Ιντλίμπ από το 2019. Μένει με έναν φίλο που έχει το δικό του σπίτι επειδή δεν μπορεί να νοικιάσει. Η γυναίκα του και τα παιδιά του ζουν με συγγενείς σε άλλο χωριό. Δεν υπάρχουν αρκετά καταλύματα στην πόλη για όλους, ανεξάρτητα από το αν έχουν χρήματα.

«Κοιτάζω το Ιντλίμπ και βλέπω μια καταθλιπτική πόλη όπου δεν υπάρχει ελπίδα». Οι τιμές είναι υπερβολικές, καθώς το εμπόριο είναι αδύνατο. Η πόλη είναι εντελώς απομονωμένη και η θλίψη κυριαρχεί παντού.

 «Έχω βιώσει κάθε συναίσθημα που υπάρχει. Έχω τρομάξει, σκέφτηκα ότι μπορεί όλα αυτά να είναι στην πραγματικότητα φυσιολογικά, ένιωσα άδειος και, κατά περίεργο τρόπο, χαρούμενος. Τώρα αναρωτιέμαι ότι ίσως δεν έχω συνειδητοποιήσει την κατάσταση. Φοβόμασταν όταν ακούγαμε σσυριγμούς. Εδώ, ακούμε τα αεροπλάνα και αρχίζουμε να μιλάμε για κάτι άλλο».

Οι συγγενείς και φίλοι του Χασάν που έμειναν στο Ταλμπίσεχ του έχουν πει ότι οι άνδρες που βρίσκονται σε ηλικία μάχης φοβούνται να βγουν έξω επειδή μπορεί να στρατολογηθούν υποχρεωτικά στον συριακό στρατό.


Ο Άμπου Φάντελ, ο Χασάν και η Ιμάν αφηγούνται παρόμοιες ιστορίες της καθημερινής ζωής – την ατελείωτη αναμονή, τον φόβο και τον τρόμο του πολέμου ζώντας σε μια υπαίθρια «φυλακή». Οι αφηγήσεις τους συνοδεύονται από τα σκίτσα της καλλιτέχνιδας Hélène Aldeguer.

Στα μέσα Ιουνίου, αεροπορικές επιδρομές σημειώθηκαν ξανά στο Ιντλίμπ, με στόχο αυτή τη φορά τη ζώνη δυτικά του Μαρατ-αλ-Νουμάν. Οι περισσότεροι άνθρωποι σε περιοχές που ελέγχονται από την αντιπολίτευση σε αυτή την περιοχή ζουν σε συνθήκες φτώχειας και πολλοί έχουν μετακινηθεί από πόλεις σε καταυλισμούς γύρω από τη Ντάνα, τη Σαρμάδα και την Ατμέ, όπου οι ομάδες των Γιατρών Χωρίς Σύνορα παρέχουν βοήθεια.

 «Δεν υπάρχει πουθενά ασφάλεια πια»

Το 2013, οι συριακές κυβερνητικές δυνάμεις πολιορκούν την Ανατολική Γκούτα, ένα οχυρό ανταρτών ανατολικά της Δαμασκού. Το καλοκαίρι του ίδιου έτους, στην περιοχή σημειώθηκαν ύποπτες επιθέσεις χημικών όπλων. Μετά από τέσσερα χρόνια πολιορκίας, το 2017 η Ανατολική Γκούτα ήταν μια από τις ζώνες απο-κλιμάκωσης που υποτίθεται ότι σταμάτησαν τις μάχες. Αλλά οι αεροπορικές επιδρομές συνέχισαν να αποτελούν μέρος της καθημερινής ζωής των κατοίκων της. Η Ιμάν Ουμ Ζιάντ και τα οκτώ παιδιά της ζούσαν εκεί. Όπως πολλοί Σύριοι στην Ανατολική Γκούτα, προτίμησε να απομακρυνθεί προς το Ιντλίμπ.  «Η νύφη μου πέθανε στις χημικές επιθέσεις το 2013», λέει. «Ζούσαμε μέσα στη φρίκη, οι αεροπορικές επιδρομές γίνονταν μέρα και νύχτα,  ζούσαμε υπό πολιορκία και δεν είχαμε τίποτα για φαγητό». Η πολιορκία ήταν συνολική και θυμάται τις ημέρες χωρίς φαγητό και το θάνατο της μητέρας της λόγω έλλειψης φαρμάκων.

Η 43χρονη γυναίκα θυμάται να έχει εκτοπιστεί αρκετές φορές μέσα στη Γκούτα για να ξεφύγει από τον βομβαρδισμό. «Από τη μια μέρα στην άλλη, φύγαμε για να επιβιώσουμε. Αλλάξαμε σπίτι έξι ή επτά φορές, και οι αεροπορικές επιθέσεις συνέχιζαν να πλησιάζουν». Τον Φεβρουάριο του 2018, ο συριακός στρατός ξεκίνησε εναέρια επίθεση μεγάλης κλίμακας κατά την οποία σκοτώθηκαν πολλοί άνθρωποι. Τον Απρίλιο του 2018, η Ιμάν και η οικογένειά της έφυγαν προς το Ιντλίμπ. «Αυτή είναι μια ημερομηνία που θα θυμόμαστε πάντα. Ήταν όταν έπρεπε να φύγουμε από το μέρος που πραγματικά αγαπήσαμε. Έχουμε υποστεί τρομερά πράγματα εδώ και είδαμε τόση φρίκη».

Εκείνη, ο σύζυγος και τα παιδιά της πήραν το λεωφορείο για το Ιντλίμπ. Κατέβηκαν στο Χάρεμ και πήγαν στο Σαρακέμπ όπου έμεναν σε ένα σπίτι για λίγο, αλλά το ενοίκιο ήταν υπερβολικά υψηλό. Εκτοπίστηκαν για άλλη μια φορά σε έναν από τους πολλούς καταυλισμούς, όπου ζουν μέχρι σήμερα. «Δεν ξέρουμε πού να πάμε πια. Ανά πάσα στιγμή, οι αεροπορικές επιθέσεις μπορούν να ξεκινήσουν ξανά».

Πριν από τον πόλεμο, η Ιμάν φρόντιζε το σπίτι, ενώ ο σύζυγός της έβγαζε τα προς το ζην δουλεύοντας στα χωράφια μαζί με έναν από τους γιους του, ο οποίος σκοτώθηκε από πυρά ελεύθερου σκοπευτή, ενώ έφερνε στο σπίτι ψωμί. Κανένας από την οικογένεια δεν δουλεύει τώρα και η οικονομική τους κατάσταση χειροτερεύει μέρα με τη μέρα. Η αξία της λίρας της Συρίας έχει μειωθεί στο μισό από τις αρχές Μαΐου 2020, γεγονός που οδηγεί σε υψηλό πληθωρισμό. Η υποτίμηση είναι το αποτέλεσμα της κρίσης στο Λίβανο, όπου οι περισσότεροι Σύριοι διατηρούν τις αποταμιεύσεις τους, οι κυρώσεις των ΗΠΑ εναντίον της Συρίας και οι επιζήμιες επιπτώσεις στην οικονομία από την πανδημία Covid-19.

Η Ιμάν λέει ότι δεν θα επιστρέψουν. «Όσο υπάρχει αυτό το καθεστώς, δεν μπορούμε να επιστρέψουμε στη Γκούτα. Έχουν καταστήσει σαφές ότι θα φυλακιστούμε ή θα εκτελεστούμε εάν γυρίσουμε. Πουθενά δεν είμαστε πια ασφαλείς, ούτε καν στο Ιντλίμπ».

Ο καταυλισμός που έχουν καταφύγει έχει κοινόχρηστες τουαλέτες, σχεδόν καθόλου καθαρό νερό, ηλεκτρικό ρεύμα και, λόγω της Covid-19, τους τελευταίους δύο μήνες τα παιδιά δεν πηγαίνουν σχολείο. «Με τις μάχες και τις αεροπορικές επιθέσεις, έτσι κι αλλιώς δεν πηγαίνουν συχνά. Προσπαθώ να τους διδάξω εγώ αυτά που ξέρω. Έχασαν ήδη σχεδόν δύο χρόνια σχολείου όταν ζούσαμε στη Γκούτα».

Δύο από τις κόρες της Ιμάν έμειναν στην Ανατολική Γκούτα. Έχουν σπάνια τηλεφωνική επαφή – μόνο με φωνητικά μηνύματα. «Όλη η οικογένειά μου είναι χωρισμένη. Μερικοί βρίσκονται στο Ιντλίμπ και άλλοι στην Ανατολική Γκούτα. Όλα έχουν καταρρεύσει ».

Αφηγείται τον πανικό της 10χρονης κόρης της, Τζάνα, κάθε φορά που ακούει αεροπλάνα να πετούν. «Κρυβόμασταν όλοι στο μπάνιο ή κάτω από τις σκάλες. Η Τζάνα κλαίει χωρίς λόγο και είναι πάντα λυπημένη. Προσπαθεί να με καθησυχάσει, αλλά βλέπω ότι δεν είναι καλά». «Μετά την πολιορκία της Ανατολικής Γκούτα, βρισκόμαστε σε άλλη πολιορκία, αυτή τη φορά εδώ στο Ιντλίμπ».

«Συνεχίζουμε να ελπίζουμε, αλλά αυτό ακριβώς μας σκοτώνει»

Ο Χασάν Αμπού Νώε ήταν μαθητής στο Ταλμπισέ στη Χομς. «Ήταν καθήκον μου να αντισταθώ», λέει ο 33χρονος. Κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και της αντιπολίτευσης, απομακρύνθηκε προς την περιοχή Χαν αλ –Ασάλ στην επαρχία Χαλέπι. Έμεινε εκεί για ένα χρόνο, αλλά, στα τέλη Ιανουαρίου 2019, οι αεροπορικές επιθέσεις εντάθηκαν και αναγκάστηκε να φύγει.

«Οι άνθρωποι φοβήθηκαν. Ήταν σαν να ήμουν σε αργή κίνηση. Όλοι γύρω μου έτρεχαν,  αλλά εγώ ένιωθα μούδιασμα. Πηδήξαμε σε ένα αυτοκίνητο και φύγαμε». Τα αεροπλάνα συνέχισαν να ρίχνουν τις βόμβες τους στην περιοχή, καθώς ο πληθυσμός κατέφευγε στο Ιντλίμπ. Ένα αεροπλάνο πέρασε μόλις 50 μέτρα πάνω από τα κεφάλια του Χασάν και των γιων του.

Ο Χασάν ζει στο Ιντλίμπ από το 2019. Μένει με έναν φίλο που έχει το δικό του σπίτι επειδή δεν μπορεί να νοικιάσει. Η γυναίκα του και τα παιδιά του ζουν με συγγενείς σε άλλο χωριό. Δεν υπάρχουν αρκετά καταλύματα στην πόλη για όλους, ανεξάρτητα από το αν έχουν χρήματα.

«Κοιτάζω το Ιντλίμπ και βλέπω μια καταθλιπτική πόλη όπου δεν υπάρχει ελπίδα». Οι τιμές είναι υπερβολικές, καθώς το εμπόριο είναι αδύνατο. Η πόλη είναι εντελώς απομονωμένη και η θλίψη κυριαρχεί παντού.

 «Έχω βιώσει κάθε συναίσθημα που υπάρχει. Έχω τρομάξει, σκέφτηκα ότι μπορεί όλα αυτά να είναι στην πραγματικότητα φυσιολογικά, ένιωσα άδειος και, κατά περίεργο τρόπο, χαρούμενος. Τώρα αναρωτιέμαι ότι ίσως δεν έχω συνειδητοποιήσει την κατάσταση. Φοβόμασταν όταν ακούγαμε σσυριγμούς. Εδώ, ακούμε τα αεροπλάνα και αρχίζουμε να μιλάμε για κάτι άλλο».

Οι συγγενείς και φίλοι του Χασάν που έμειναν στο Ταλμπίσεχ του έχουν πει ότι οι άνδρες που βρίσκονται σε ηλικία μάχης φοβούνται να βγουν έξω επειδή μπορεί να στρατολογηθούν υποχρεωτικά στον συριακό στρατό.

Κάθε φορά που ο μικρότερος γιος του, Αδάμ, ακούει τις αεροπορικές επιδρομές ρωτά τον πατέρα του αν είναι βροντή. Ο μπαμπάς του λέει ότι είναι.

«Δεν θέλω να φύγω από τη Συρία. Το μόνο που θέλω είναι να ζήσω με την οικογένειά μου κάτω από την ίδια στέγη. Κανείς δεν ξέρει τι πρόκειται να συμβεί. Πολιτικά, τίποτα δεν είναι ξεκάθαρο ούτε και οι ζωές μας. Συνεχίζουμε να ελπίζουμε, αλλά αυτό ακριβώς μας σκοτώνει.

Το να φύγει κανείς από τη Συρία σημαίνει ότι πρέπει να πληρώσει διακινητές για να φτάσει στην Τουρκία – περίπου 12.000 δολάρια για όλη την οικογένεια του Χασάν. «Θα μπορούσα πάντα να πουλήσω τα νεφρά μου», λέει, γελώντας…

«Είμαστε παγιδευμένοι εδώ και υπάρχει μόνο μία διέξοδος»

Ο Αμπού Φαντέλ γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Ιντλίμπ, στο χωριό Ταλμένες, πέντε χιλιόμετρα από την πόλη Μαράτ Αλ Νουμάν. Τους τελευταίους έξι μήνες ζει σε μια σκηνή σε έναν αυτοσχέδιο καταυλισμό δυτικά της πόλης Ιντλίμπ με τη σύζυγο και τα πέντε παιδιά τους ηλικίας από 4 έως 15 ετών.

«Αντί να με ρωτάς πώς καταφέρνω να επιβιώσω, θα έπρεπε να με ρωτάς, αν επιβιώνω», αναφωνεί ο 40χρονος. Η απάντηση είναι όχι. Δανείζομαι χρήματα από φίλους και συγγενείς χωρίς να γνωρίζω πότε μπορώ να τους εξοφλήσω ή αν θα μπορέσω να το κάνω πριν πεθάνω. Λάβαμε μερικές δωρεές από ανθρωπιστικές οργανώσεις, αλλά δεν ήταν σε τακτική βάση.”

Κάθε τόσο, κλείνει τα μάτια του και φαντάζεται τον εαυτό του πίσω στο Ταλμενές, το χωριό όπου γεννήθηκε. Παίζει με τα παιδιά του κοντά στο διώροφο πατρικό του σπίτι. Τα όνειρα και οι φιλοδοξίες του εξανεμίστηκαν. Το μόνο που επιθυμεί είναι να γυρίσει τον χρόνο πίσω, πριν από το 2020. «Έχω ξεχάσει σχεδόν τα πάντα σε σχέση με τη ζωή μου πριν από τον πόλεμο. Θέλω απλώς να επιστρέψω στην προηγούμενη χρονιά, όταν το καθεστώς βομβάρδιζε περιστασιακά. Τουλάχιστον τότε δεν υπήρχαν χερσαίες δυνάμεις να μας απειλούν», παραδέχεται. «Ξυπνάω σε κατάσταση μόνιμου άγχους ανησυχώντας για τα παιδιά μου. Δεν έχουν πάει στο σχολείο από τότε που αναγκαστήκαμε να εγκαταλείψουμε το σπίτι. Αγαπούσαν το σχολείο. Χθες, αποφάσισα να παντρέψω τη μικρότερη κόρη μου Σάφα για να εξασφαλίσω το μέλλον της. Σύντομα θα ζει με τον σύζυγό της, και αυτό είναι ό,τι καλύτερο μπορεί να της συμβεί».

Στις αρχές του έτους, ο Αμπού Φαντέλ και η οικογένειά του έπρεπε να εγκαταλείψουν την εστία τους για να γλιτώσουν από τις εναέριες επιθέσεις που ξεκίνησαν στο Ταλμένες. «Οι αεροπορικές επιδρομές συνεχίστηκαν για πέντε ημέρες. Τότε ήταν που ξεκίνησαν οι χερσαίες επιθέσεις. Τότε αποφασίσαμε ότι η μόνη μας επιλογή ήταν να φύγουμε. Καταφέραμε να ξεφύγουμε με ένα φορτηγό μαζί με δεκάδες άλλες οικογένειες και κατευθυνθήκαμε προς το Ιντλίμπ. Μείναμε μια εβδομάδα σε ένα τζαμί και στη συνέχεια δημιουργήσαμε αυτόν εδώ τον καταυλισμό».

Τον Ιούνιο του 2020, λόγω των συγκρούσεων, περισσότεροι άνθρωποι έχουν εκτοπιστεί προς τα νότια του Ιντλίμπ και προς το βόρειο τμήμα του κυβερνείου Χαμά. «Το συριακό καθεστώς θεωρεί, όλους όσους ζουν στο Ιντλίμπ, τρομοκράτες. Ο ξάδερφός μου συνελήφθη στη Χάμα ενώ πήγαινε να κάνει ανάληψη μετρητών. Δεν επέστρεψε ποτέ. Με τα στρατεύματα να εισβάλλουν όλο και πιο βαθιά, το καλύτερο σενάριο είναι να καταταγώ αναγκαστικά στο στρατό. Και το χειρότερο είναι να με βάλουν στη φυλακή! »

Στη σκηνή όπου ζει η οικογένεια  του Αμπού κάνει πολύ κρύο τον χειμώνα και πολλή ζέστη το καλοκαίρι. Ο ίδιος περνά τις μέρες του περπατώντας στον καταυλισμό και πίνοντας τσάι με τους γείτονές του. Εάν η κατάσταση χειροτερέψει ακόμη περισσότερο, θα αναζητήσουν καταφύγιο όσο το δυνατόν πιο κοντά στα τουρκικά σύνορα, όπου πιστεύουν ότι θα είναι πιο ασφαλείς. «Είμαστε παγιδευμένοι εδώ και υπάρχει μόνο μία διέξοδος».

[ Πηγή άρθρου ]

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

error: Content is protected !!