Τα Μεταλλεία της Αντιπάρου 19ος – 20ός αιώνας

Η Αντίπαρος ως μέλος του νησιωτικού συνόλου των μεταλλοφόρων Κυκλάδων, έχει να επιδείξει αναμφισβήτητα τεκμήρια έντονης μεταλλευτικής δραστηριότητας. Η συγγραφή ενός βιβλίου που καταγράφει την ιστορία των μεταλλείων της, πέρα από την όποια αξία του, συνιστά πράξη αυτονόητη, αναγκαία και επιβεβλημένη, ό,τι και αν στάθηκε αφορμή για την πραγματοποίησή του. Ένα βιβλίο για να μάθει κανείς περισσότερα πράγματα για μια παρελθούσα επιχειρηματική και κοινωνική πραγματικότητα.

Από την ενδελεχή μελέτη της λειτουργίας των μεταλλείων της προέκυψαν συγκεκριμένα συμπεράσματα που αφορούν κοινωνικές, οικονομικές, μεταλλευτικές, μεταλλουργικές, τεχνολογικές, περιβαλλοντικές και πολιτιστικές όψεις της ζωής του νησιού, ευθέως συναρτώμενες με την ανάπτυξη της μεταλλείας και της εν γένει εξορυκτικής βιομηχανίας στις Κυκλάδες. Μάλιστα η ισχυρή παρουσία της Γαλλικής Εταιρείας Μεταλλείων Λαυρίου στις Κυκλάδες, τις επεκτείνει στην υπόλοιπη Ελλάδα. 

Τα γραπτά τεκμήρια και τα οικιστικά λείψανα – μνημεία της μεταλλευτικής δραστηριότητας στην Αντίπαρο, καλύπτουν μια χρονική περίοδο τριών γενεών, από το 1869 έως την αναστολή λειτουργίας τους το 1917 και από την επανέναρξη των εργασιών το 1950 έως το 1955. Οι προφορικές μαρτυρίες των Αντιπαριωτών, αποτελούν επίσης μια έγκυρη πηγή. Συγκροτούν ένα σύνολο στο οποίο αποτυπώνονται, με αφορμή τα μεταλλεία, συλλογικά βιώματα και μνήμες, αυτοβιογραφικά επεισόδια, νοοτροπίες, γνώσεις και συναισθήματα, τα οποία σηματοδότησαν τη ζωή τους και την κοινωνία που έζησαν. Δόθηκε ιδιαίτερη σημασία στις μαρτυρίες γιατί με ξεχωριστό τρόπο περιγράφουν αθέατες ή αγνοημένες όψεις της κοινωνικής ζωής.

Τι αλήθεια συνέβη την εποχή που η μεταλλευτική δραστηριότητα υπήρξε το βασικό πεδίο επιχειρηματικής δράσης και ανεξέλεγκτου πλουτισμού των επενδυτών, αλλά ταυτόχρονα, το μοναδικό σχεδόν μέσο βιοπορισμού ντόπιων και μετοίκων;. Επηρεάστηκε η έως τότε ταυτότητα της Αντιπάρου ή διαμορφώθηκε από την λειτουργία τους, εξελίχθηκε κερδοφόρα για τους εμπλεκόμενους και πως; Οι απαντήσεις, με τη συνδρομή δεκάδων μαρτυριών, συνθέτουν την κοινωνική και οικονομική ιστορία των ανθρώπων χαμηλού εισοδήματος που είναι σε όλες τις εποχές, ο ασφαλέστερος δείκτης ευημερίας ή δυσπραγίας της κοινωνίας, ιδίως όταν ευημερούν οι αριθμοί στα υψηλά κοινωνικά στρώματα.

Το ξεχωριστό ενδιαφέρον στοιχείο της έκδοσης, που μπορεί να εντυπωσιάσει τον αναγνώστη, ενώ ταυτόχρονα λειτουργεί άκρως παιδευτικά είναι ότι, πέραν των κειμένων που μαρτυρούν την ιστορία και την παραγωγική – τεχνολογική πρόοδο της γνώσης γύρω από τα μεταλλεία, δημοσιεύονται τοπογραφικοί – μεταλλευτικοί χάρτες, διαγράμματα και γεωαναφορές ιδιοκτησιών, αναπαραστάσεις σημαντικών εγκαταστάσεων και φωτογραφικές απόψεις των στοών. Όλα αυτά τα τεκμήρια προσφέρονται για πολλαπλές ερμηνείες. Αποτελούν στο σύνολό τους ένα πρακτικό εργαλείο και μια οργανωμένη βάση πληροφοριών, τόσο για την ιστορία των μεταλλείων, όσο και για τα ξεχασμένα σήμερα τοπωνύμια της Αντιπάρου. Η πλειοψηφία του υλικού δημοσιεύεται για πρώτη φορά. Συνιστά καρπό πολύχρονων ερευνητικών δραστηριοτήτων πάνω σε θέματα που εξακολουθούν να παραμένουν λίγο ή πολύ άγνωστα ακόμη και στους ντόπιους, πόσο μάλλον στη βιβλιογραφία.

Η αλήθεια είναι ότι δεν διαθέταμε μονογραφίες αφιερωμένες στη μεταλλευτική – εξορυκτική δραστηριότητα σε κυκλαδονήσια, παρά μόνο σποραδικές, ολιγόλογες, ή ολιγοσέλιδες αναφορές σε συναφείς με το θέμα εργασίες. Πιστεύουμε ότι όσα αναφέρονται στη μελέτη συμβάλλουν στην περαιτέρω κατανόηση της μεταλλευτικής ιστορίας και οικονομίας των Κυκλάδων, καθώς παρέχονται απαντήσεις σε ερωτήματα και γεγονότα που έγιναν μεν στην Αντίπαρο, ασφαλώς όμως παρόμοια συνέβησαν σε πολλά μεταλλοφόρα νησιά, χωρίς να μνημονευτούν. Για παράδειγμα, ενώ πολλοί μελετητές αναλύουν με επάρκεια το Αιγαίο των μεταλλείων, κανείς δεν κάλυψε το κενό που υπήρχε στα μέσα θαλάσσιας μεταφοράς των μεταλλευμάτων, δηλαδή τα ιστιοφόρα καΐκια αρχικά, τα μηχανοκίνητα αργότερα και τους τύπους τους.

Είναι και αυτός ένας από τους λόγους που αυτή η συνεισφορά ίσως επανακαθορίσει τις μεθόδους σχετικά με τη μεταλλευτική έρευνα άλλων, εξίσου σημαντικών νησιωτικών μεταλλευτικών εγκαταστάσεων. Σε κάθε περίπτωση οι ενδιαφερόμενοι έχουν στη διάθεσή τους ένα επιπλέον βοήθημα που ενδέχεται να επιτρέψει την αναψηλάφηση στοιχείων, προσθέτοντας αποφασιστικής σημασίας λεπτομέρειες που θα εμπλουτίσουν παλιότερα συμπεράσματα για την επιχειρηματική δραστηριότητα, τις μετοικεσίες και τις μεταφορές που αφορούν τη μεταλλευτική – μεταλλουργική  βιομηχανία στις Κυκλάδες.

Βιογραφικό Συγγραφέα

Ο Άγγελος Σινάνης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1960. Μοτοταξιδευτής και ερευνητής από το 1985 έχει συνδέσει με τις δημοσιεύσεις του, μεταξύ άλλων, τη μοτοσυκλέτα με την ταξιδιωτική εξερεύνηση. Συνεργάστηκε με περιοδικά του χώρου προσφέροντας για δέκα συνεχή χρόνια τον πρωτότυπο αυτοτελή τόμο Ταξίδια στην άλλη Ελλάδα, ένα, κατά γενική ομολογία αναγνωστών, αξιόπιστο και τεκμηριωμένο βοήθημα για περισσότερους από 100 γνωστούς και άγνωστους προορισμούς στην Ελλάδα που πάντοτε προέκυπτε από επιτόπια πολυήμερη έρευνα.

Αυτοτελή βιβλία του που δεν έχουν εξαντληθεί είναι: Ο Γράμμος και τα Μαστοροχώρια της Κόνιτσας (2010), Ιστορία του οργανωμένου Μοτοσυκλετισμού στην Ελλάδα (2013), Κορέστεια – τα χωριά της λήθης (2015) και ως ώριμος καρπός της 35ετούς Μοτοσυκλετιστικής και ερευνητικής πορείας του το παρόν, Τα Μεταλλεία της Αντιπάρου 19ος – 20ός αιώνας.

Το βιβλίο θα το βρείτε στις εκδόσεις ΑΝΑΒΑΣΗ, Βουλής 32, τ.κ 105 57 Αθήνα τηλ./ fax: 2103218104, 2103210152, anavasi.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

error: Content is protected !!