Η μείωση των τουριστικών εισπράξεων θα ξεπεράσει το 60%

Γράφει η Στεφανία Σούκη…

Η πτώση των ταξιδιωτικών εισπράξεων αναμένεται να επηρεάσει κυρίως τους κλάδους των καταλυμάτων, της εστίασης και των μεταφορών, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν περίπου το 80% της δαπάνης των ξένων επισκεπτών στην Ελλάδα, αλλά και άλλους κλάδους άμεσα

Εστω κι αν η πορεία του τουρισμού είναι δύσκολο να προβλεφθεί φέτος, εντούτοις είναι πιθανό η μείωση των τουριστικών εισπράξεων να ξεπεράσει το 60% σε σύγκριση με τα 18,2 δισ. ευρώ του 2019, με βάση μία πρώτη εκτίμηση από την Τράπεζα της Ελλάδος.

Παράλληλα, στο παρά πέντε του «ανοίγματος» του ελληνικού τουρισμού, με την απελευθέρωση των διεθνών πτήσεων στα περιφερειακά αεροδρόμια την 1η Ιουλίου, το κυβερνητικό επιτελείο βλέπει «πρωτιά» της Ελλάδος ως προς τις αναζητήσεις για διεθνείς πτήσεις και μένει να φανεί στις κρατήσεις της τελευταίας στιγμής (last minute) κάτα πόσο οι αναζητήσεις θα μετουσιωθούν και σε πραγματικές αφίξεις. Mε ενδιαφέρον αναμένεται η λίστα της Ε.Ε. αναφορικά με τις τρίτες χώρες για τις οποίες ανοίγουν τα ευρωπαϊκά σύνορα από την 1η Ιουλίου, ενώ χθες σε ευρεία σύσκεψη υπό τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη  αποφασίσθηκε ότι μέχρι τις 15 Ιουλίου δε θα επιτρέπονται απευθείας πτήσεις από το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Σουηδία. Οσον αφορά στις τρίτες χώρες, εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Ελλάδα σκοπεύει να κινηθεί με βάση τον κατάλογο που συντάσσεται από τις Βρυξέλλες.

Η πρώτη άφιξη

Από πλευράς πάντως του μεγαλύτερου ταξιδιωτικού οργανισμού στην Ευρώπη, της TUI, που εγκαινίασε χθές και την πρώτη άφιξη διεθνούς πτήσης σε περιφερειακό αεροδρόμιο στην Κώ (κατ’ εξαίρεση πριν την 1η Ιουλίου), είναι θετικό ότι επιβεβαιώνεται η αύξηση της ζήτησης από το Μάιο για ελληνικούς προορισμούς. Την πρώτη εβδομάδα του Ιουλίου μάλιστα, το πρόγραμμα της TUI fly περιλαμβάνει 56 πτήσεις προς τους ελληνικούς προορισμούς και οι πρώτες πτήσεις θα ξεκινήσουν από το Αννόβερο, το Ντίσελντορφ, τη Φρανκφούρτη, τη Στουτγάρδη, το Μόναχο, την Κολωνία/Βόννη και τη Βασιλεία της Ελβετίας, με τα ελληνικά νησιά να βρίσκονται πολύ ψηλά στους προορισμούς που «πουλάει» φέτος το καλοκαίρι ο όμιλος σε όλες τις αγορές όπου δραστηριοποιείται (Γερμανία, Αυστρία, Ελβετία, Πολωνία, κ.α.). «Υπάρχει καλός συντονισμός μεταξύ της TUI, των ελληνικών ξενοδοχείων και των κρατικών αρχών στην Ελλάδα», ανεφερε χθές με αφορμή την πρώτη πτήση στην Κώ με τους 170 Γερμανούς επισκέπτες ο κ. Sebastian Ebel, μέλος του διοικητικού συμβουλίου του ομίλου. Η χθεσινή πτήση της TUI με επιβάτες -επαγγελματίες που συνέβαλαν στην αντιμετώπιση της πανδημίας στη Γερμανία, πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με την εφημερίδα BILD.

Σημειώνεται ότι η TUI εκπροσωπείται στη χώρα για περισσότερα από 40 χρόνια και προσφέρει πάνω από 1.500 ελληνικά ξενοδοχεία. Τα τελευταία χρόνια, o όμιλος επεκτείνει συνεχώς το χαρτοφυλάκιο των δικών της ξενοδοχειακών brands και concepts στην Ελλάδα, με συνολικά 49 ξενοδοχεία, τα περισσότερα από τα οποία σε συνεργασία με την Atlantica Hotels & Resorts. Μόνο το καλοκαίρι του 2019 προστέθηκαν έξι νέα ξενοδοχεία με τα εμπορικά σήματα της TUI. Σε λίγες μέρες ανοίγει το νέο Robinson Club στην Ιεράπετρα της Κρήτης το οποίο αποτελεί το τρίτο Robinson Club στην Ελλάδα.

Τι λέει η έκθεση της ΤτΕ για τον τουρισμό

Την ίδια στιγμή η Τράπεζα της Ελλάδος και η έκθεση του διοικητή για τη Νομισματική Πολιτική εκτιμά ότι αν και το πρόγραμμα της κυβέρνησης για την επανεκκίνηση του ελληνικού τουρισμού είναι στη σωστή κατεύθυνση, η πορεία του τουρισμού το 2020 είναι δύσκολο να προβλεφθεί. «Η εξέλιξη των τουριστικών μεγεθών θα εξαρτηθεί από κρίσιμους παράγοντες, όπως το ποσοστό αποκατάστασης των πτήσεων εξωτερικού, ο βαθμός εφαρμογής του πλαισίου των υγειονομικών όρων επαναλειτουργίας των επιχειρήσεων διαμονής και εστίασης, καθώς και το ποσοστό των ξενοδοχείων εποχικής δραστηριότητας που τελικά θα επαναλειτουργήσουν. Οι τουριστικές εισπράξεις αναμένεται να σημειώσουν πολύ μεγάλη μείωση το 2020 που είναι πιθανό να ξεπεράσει το 60% σε σχέση με το 2019.»

Μια θετική παράμετρος πάντως που επισημαίνει η ΤτΕ είναι το γεγονός της βελτίωσης του brand name της χώρας μας: «Σημαντική εξέλιξη πρέπει να θεωρηθεί η απροσδόκητη βελτίωση της “εικόνας” της Ελλάδος, ως συγκριτικά ασφαλέστερου τουριστικού προορισμού, μετά την επιτυχή διαχείριση της υγειονομικής κρίσης της πανδημίας. Η βελτίωση αυτή αναμένεται ότι θα λειτουργήσει ανασχετικά εφέτος στην προβλεπόμενη καταβαράθρωση των καθαρών ταξιδιωτικών εισπράξεων της ελληνικής οικονομίας και εκτιμάται ότι θα επιταχύνει την ανάκαμψη των ελληνικών εξαγωγών υπηρεσιών το επόμενο έτος», επισημαίνεται σχετικά.

Σύμφωνα με την έκθεση, παρά τη θετική πορεία των αφίξεων και των ταξιδιωτικών εισπράξεων το α’ δίμηνο του 2020, η εξάρτηση της Ελλάδος από τον τουρισμό την κατέστησε ευάλωτη στις διαταραχές της διεθνούς ζήτησης, καθώς στο πλαίσιο της πανδημίας η παγκόσμια οικονομία εισήλθε σε ύφεση και περιορίστηκαν δραματικά η ταξιδιωτική κίνηση και οι ταξιδιωτικές εισπράξεις. Σημειωτέον ότι με βάση τη σχετική μελέτη του ΟΟΣΑ, η Ελλάδα είναι η 9η μεγαλύτερη τουριστική δύναμη μεταξύ των χωρών του ΟΟΣΑ, με βάση τον αριθμό διεθνών τουριστικών αφίξεων το 2018. «Η επιτυχής υγειονομική διαχείριση και η πολιτική εξομάλυνσης της επιδημικής καμπύλης αναμένεται μεσομακροπρόθεσμα να αποφέρουν σημαντικά οφέλη όσον αφορά την αξιοπιστία και το brand name της Ελλάδος στη διεθνώς ανταγωνιστική αγορά τουριστικών υπηρεσιών».

Ο ελληνικός τουρισμός βρέθηκε αντιμέτωπος με την έκρηξη της πανδημίας COVID-19, μετά από μια σειρά ετών ανοδικής πορείας των εισπράξεων από το εξωτερικό που είχε θετικές επιδράσεις σε πολλούς κλάδους της οικονομίας.

Οι εισπράξεις από ταξιδιωτικές υπηρεσίες, οι οποίες αφορούν τον εισερχόμενο τουρισμό, ξεπέρασαν τα 18 δισ. ευρώ το 2019 και διαμορφώθηκαν σε 9,7% του ΑΕΠ. Πριν από την εμφάνιση της πανδημίας, οι προοπτικές για τον ελληνικό τουρισμό διαγράφονταν θετικές. Ωστόσο, η επιβολή μέτρων περιορισμού ή αναστολής της δραστηριότητας ―λόγω της πανδημίας― σε τομείς της οικονομίας που σχετίζονται στενά με τον τουρισμό (εστίαση, ξενοδοχεία, μεταφορές κ.λπ.) είχε αρνητικές επιπτώσεις τόσο στην προσφορά όσο και στη ζήτηση των σχετικών υπηρεσιών. Η ζήτηση επηρεάζεται αρνητικά από τη μείωση του διαθέσιμου εισοδήματος των ταξιδιωτών (οι οποίοι σε μεγάλο βαθμό προέρχονται από οικονομίες που έχουν πληγεί) και από την αβεβαιότητα που πηγάζει από την υγειονομική κρίση όσο αυτή δεν έχει ακόμη εξαλειφθεί. Από την άλλη πλευρά, η προσφορά υπηρεσιών έχει ήδη περιοριστεί από την προσωρινή διακοπή λειτουργίας της οικονομίας, ενώ η επανεκκίνηση γίνεται υπό περιορισμούς με στόχο την προστασία της δημόσιας υγείας.

Σύμφωνα με την ΤτΕ, η πτώση των ταξιδιωτικών εισπράξεων για το 2020 αναμένεται να επηρεάσει κυρίως τους κλάδους των καταλυμάτων, της εστίασης και των μεταφορών, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν περίπου το 80% της δαπάνης των ξένων επισκεπτών στην Ελλάδα, αλλά και άλλους κλάδους άμεσα. Ενδεικτικά, μια μείωση των ταξιδιωτικών εισπράξεων των ξένων επισκεπτών κατά 60% σε σχέση με τις εισπράξεις του 2019 (ήτοι μείωση κατά περίπου 10,8 δισεκ. ευρώ) θα οδηγούσε σε μια μείωση του ΑΕΠ κατά 5,3% και των εισοδημάτων των εργαζομένων κατά 4,1%, ενώ, γενικότερα, μια μείωση των ταξιδιωτικών εισπράξεων κατά 1 δισ. ευρώ θα οδηγούσε σε μια μείωση του ΑΕΠ κατά 0,49% και των εισοδημάτων κατά 0,35%.

Στην ανάλυση της ΤτΕ εξετάζεται αποκλειστικά το αποτέλεσμα μιας μείωσης των εισπράξεων από τον εξωτερικό τουρισμό. Επίσης, τα αποτελέσματα της ανάλυσης δεν λαμβάνουν υπόψη τα μέτρα στήριξης της οικονομίας όπως οι δημοσιονομικές παρεμβάσεις και η παροχή ρευστότητας, τα οποία, όπως εκτιμάται, θα παρέχουν σημαντική στήριξη σε εργαζομένους και επιχειρήσεις του κλάδου, μειώνοντας τις συνολικές απώλειες για την οικονομία.

[ Πηγή άρθρου ]

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *