Βασίλης Λογοθετίδης – Ο μεγάλος ηθοποιός και μοναδικός άνθρωπος

Το σημερινό αφιέρωμα  θα είναι , για έναν άνθρωπο που δεν παρεκτρεπόταν ποτέ, δεν θύμωνε ποτέ και επίσης δεν έχανε και το χιούμορ του ποτέ.

Για έναν ασυγκράτητο σε όλα του ηθοποιό, έναν καταπληκτικό σκηνοθέτη, έναν μοναδικό άνθρωπο, έναν αδαμάντινο χαρακτήρα.

Ο Βασίλης Λογοθετίδης γεννήθηκε το 1897 και όπως και στους περισσότερους ηθοποιούς, η χρονολογία αλλάζει, σύμφωνα με αυτόν που την γράφει.

Έτσι λοιπόν, άλλοι λένε το 1895 και άλλοι το 1898, στο Μυριόφυτο της Ανατολικής Θράκης.

Όμως μεγάλωσε και πήγε σχολείο στη Γαλλική Σχολή, στην Κωνσταντινούπολη. Το πραγματικό του όνομα ήταν Βασίλης  Ταυλαρίδης, αλλά με το ξεκίνημα του στο θέατρο το 1919, το άλλαξε σε Λογοθετίδης. Είχε δυο αδέλφια, τα οποία όμως μεγαλώνοντας ζούσαν μακριά. Η μια στην Αμερική και ο άλλος στην Κωνσταντινούπολη.

Ο Πατέρας του ήταν γυμνασιάρχης με όλες τις ιδιοτροπίες εκείνης της εποχής και έτσι έβαζε τον Βασίλη να κάθετε πάντα στο πρώτο θρανίο. Το κακό σε όλο αυτό ήταν, ότι  όταν κάποιος συμμαθητής του έκανε κάποια αταξία, ο πατέρας του σήκωνε το Βασίλη όρθιο και του έλεγε να ανοίξει τα χέρια του και τον χτυπούσε για παραδειγματισμό της τάξης.

Αυτό βέβαια ήταν αγκάθι για τον Λογοθετίδη, που προσπαθούσε να καταλάβει που έφταιγε εκείνος.  Γι’ αυτό στα 18 περίπου χρόνια του, έφυγε για την Αθήνα σαν φέρελπις δραματικός ηθοποιός, γιατί από πολύ μικρός έπαιζε σε ερασιτεχνικές παραστάσεις. Λένε όμως ότι έφυγε από την Κωνσταντινούπολη, με την αγαπημένη του, γιατί τότε σε νεαροί ηλικία και οι δυο, οι γονείς τους δεν τους άφηναν να παντρευτούν και έτσι ήρθαν στην Αθήνα, χωρίς χρήματα και δουλειά.

Εκείνη την περίοδο είχε δημιουργηθεί το Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών, το οποίο κήρυξε γενική απεργία των ηθοποιών και έτσι τα πολύ λίγα θέατρα που υπήρχαν τότε, βρέθηκαν ξαφνικά να μην έχουν ηθοποιούς για να ανέβουν τα έργα. Έτσι ο Λογοθετίδης άκουσε πως ο θίασος της Μαρίκα Κοτοπούλη ζητούσε ηθοποιούς και πήγε να βρει την τύχη του.

Η Κοτοπούλη μπόρεσε να καταλάβει αμέσως το ταλέντο του και αυτό φάνηκε, γιατί η συνεργασία τους διήρκησε περίπου 30 χρόνια. Μόνο περίπου δυο χρόνια στην δεκαετία του ’30, έφυγε για το θίασο της Αλίκης Θεοδωρίδου και του Μουσούρη, αλλά όλα αυτά τα χρόνια έφταναν για να αναδειχθεί ως  κορυφαίος κωμικός και μεγαλύτερος ηθοποιός του 20ου αιώνα.

Μετά την Κατοχή έφυγε τελείως από το θίασο της Κοτοπούλη και για λίγο καιρό συνεργάστηκε με την κ. Κατερίνα, αλλά πολύ σύντομα έφτιαξε το δικό του θίασο, όπου έπαιξε όλα τα είδη θεάτρου. Συνεργάστηκε με πολλούς συγγραφείς, Ψαθά, Σακελλάριο, Γιαννακόπουλο κ.α και πολλά από αυτά τα έργα, τα γύρισε σε ταινίες στην Ελλάδα, αλλά και στην Αίγυπτο.

Πάντα είχε τρακ πριν βγει στην σκηνή, αλλά μόλις έβγαινε ξεχνούσε τα πάντα.

Στο ‘’Σάντα Τσικίτα’’ η Καίτη Λαμπροπούλου λίγο πριν βγει στη σκηνή του είπε με αγωνία, ότι ξέχασε τα βήματα του χορευτικού που έπρεπε να κάνει εκείνη την ώρα και τον παρακάλεσε να της τα θυμίσει. Τότε εκείνος γύρισε ταραγμένος και της είπε «Τι να σου θυμίσω που εγώ ξέχασα τ’ όνομα μου. Μη φοβάσαι όμως, θα τα βρούμε στη σκηνή». Και πραγματικά γινόταν έτσι.

Μία άλλη φορά, μόλις είχε τελειώσει το έργο, οι συνάδελφοι του τον επευφημούσαν για την ομορφιά του ρόλου του και πόσο καλά τον είχε ενσαρκώσει, αλλά εκείνος σαν να μην είχε ξυπνήσει ακόμα από το όνειρο, τους ρωτούσε. «Καλώς ήμουν?» του απαντούσαν «πολύ καλός. Δεν είδες τον κόσμο?» «Δεν είδα» τους έλεγε ο Λογοθετίδης, «Δεν άκουσες?» «Δεν άκουσα» έλεγε πάλι ο Βασίλης σαν να ήταν χαμένος ακόμα στον  ρόλο που ενσάρκωνε πριν λίγα λεπτά.

Τα πρώτα του κινηματογραφικά βήματα τα έκανε το 1932 σε μια ταινία που γυρίστηκε στην Κωνσταντινούπολη με όλο το θίασο της Μαρίκας Κοτοπούλη και Κυβέλη, σε μια βουβή ταινία η οποία έχει χαθεί και ήταν ‘’Ο κακός δρόμος’’. Έτσι λοιπόν το πρώτο πραγματικά κινηματογραφικό ντεμπούτο του το έκανε με το έργο ‘’Οι Γερμανοί ξανάρχονται’’ το 1947, όπου έσπασαν τα ταμία. Στα γυρίσματα όμως ο Αλέκος Σακελλάριος ένιωθε λίγο αμήχανα μπροστά σ’ αυτόν τον τεράστιο ηθοποιό, πράγμα που ο Λογοθετίδης το παρατήρησε και τον ρώτησε αν είναι ευχαριστημένος από το γύρισμα.

Ο Σακελλάριος τον διαβεβαίωσε ότι όλα ήταν καλά, αλλά ο Λογοθετίδης επέμενε. Ο Σακελλάριος του επανέλαβε ότι του άρεσαν όλα, αλλά ο Λογοθετίδης επειδή είχε αμφιβολίες του είπε : «Άκουσε να δεις παιδί μου, γιατί εμείς αυτή τη στιγμή είμαστε συνεργάτες και αυτό σημαίνει ότι έχουμε και τις ίδιες ευθύνες. Όταν δεν σου αρέσει κάτι θα το λες και θα το βάζεις μπροστά, για το καλό μας». Εντυπωσιασμένος ο Σακελλάριος από αυτήν την εξήγηση, άρχισε να γράφει και να παίρνει ιδέες από αυτόν τον ευφυή άνθρωπο.

Γύρισε αρκετές ταινίες, ‘’Κάλπικη λίρα’’, ‘’Ούτε γάτα, ούτε ζημιά’’, ‘’Σάντα Τσικίτα’’, ‘’Ένα βότσαλο στη λίμνη’’, Δεσποινίς ετών 39’’ κ.α. Σε όλες αυτές τις παραστάσεις , όπως και στο θέατρο, κατάφερε να καθιερώσει τον Έλληνα που αγωνίζεται, τον μικροαστό Έλληνα που προσπαθεί το καλύτερο για την ζωή του. Το 1957 έκανε περιοδεία στις ΗΠΑ για την καθιέρωση συστηματικής επαφής μεταξύ των θεάτρων όλης της γης. Εννοείτε ότι θριάμβευσε και έτσι ο δήμαρχος του Πίτσμπουργκ, του έδωσε το χρυσό κλειδί της πόλης, πράγμα που δεν είχε γίνει ξανά σε Έλληνα ηθοποιό. Επίσης ο Βασιλιάς Παύλος τον τίμησε με τον Χρυσό Σταυρό του Τάγματος του Φοίνικος και ακόμα έχει πάρει και το Έπαθλο Ξενόπουλου.

Μαζί με τον Σακελλάριο γύρισε πάρα πολλές ταινίες και μάλιστα τρεις από αυτές είχε την τύχη να τις γυρίσει στο Καΐρο, στα πολύ φημισμένα στούντιο ‘’Ναχάς’’.  Έκανε παραστάσεις για την ομογένεια και μάλιστα σε μια από αυτές είχε πάει να παρακολουθήσει και ο μετέπειτα ηγέτης της Αιγύπτου Νάσερ. Αυτός ο ηγέτης, ήταν ξετρελαμένος με όλο το ελληνικό στοιχείο, αλλά πιο πολύ με την πανέμορφη πληθωρική Ίλυα Λιβυκού.

Ο Βασίλης Λογοθετίδης ήταν άνθρωπος που δεν άλλαζε εύκολα τις συνήθειες του και γι’ αυτό πάντα οι άνθρωποι που υπήρχαν στον περίγυρο του ήταν συγκεκριμένοι. Δεν θα μπορούσε βέβαια να είναι διαφορετικοί, γιατί έπρεπε να γνωρίζουν καλά τον χαρακτήρα, το πνεύμα και την ετυμολογία του.  Ήταν ομιλητικός, δεν έκανε συνέχεια αστεία και ας ήταν αυτού του στοιχείου, αλλά πολύ συχνά ήταν  αφηρημένος. Μάλιστα μια φορά αφελέστατα, όπως καθόταν μαζί με τους φίλους του, ρώτησε για το ποια είναι  μια Ανθή Φύτα που βλέπει να την διαφημίζουνε τελευταία. Οι φίλοι του που κατάλαβαν τι συμβαίνει τον ρώτησαν που την βλέπει και εκείνος τους είπε «Μα στο δρόμο που αλλού;» Και εκείνοι βέβαια του απάντησαν «Μήπως την είδες σε κανένα ανθοπωλείο;» Συνειδητοποιώντας  λοιπόν τι είχε ρωτήσει τους επιβεβαίωνε «Τώρα που το λες, μπράβο εκεί την είδα».

Ήταν σεμνός,  πράος, πολύ μοναχικός και στον θίασο του φερόταν σε όλους σαν να ήταν ο πατέρας τους, χωρίς να φοβάται ανά πάσα στιγμή να αναλάβει τις ευθύνες του. Μάλιστα κάποια φορά που είχε μπει στο νοσοκομείο λόγο μιας ασθένειας, όταν ήρθε ένας από τους ηθοποιούς του θιάσου του και του είπε ότι αποφάσισαν όλοι οι ηθοποιοί να μην πληρωθούν, τώρα που είναι άρρωστος, εκείνος ταραγμένος τους είπε «Τι είπες, βρε, που θα αφήσω τα παιδιά χωρίς ψωμί…. Πάρε το βιβλιάριο μου πήγαινε γρήγορα στην τράπεζα και βγάλε τα λεφτά τους. Για αυτές τις στιγμές έχω αυτόν το λογαριασμό».

Μετά από έναν άτυχο γάμο, το 1947 γνώρισε της σαγηνευτική πρωτοεμφανιζόμενη ηθοποιό Ίλυα Λιβυκού, η οποία έγινε η γυναίκα της ζωής του, μέχρι και το τέλος του. Εκείνη μάλιστα τον προέτρεψε να φτιάξει τον δικό του θίασο.

Όμως υπήρξαν και ταινίες που την τελευταία στιγμή κάτι γινόταν και αρνιόταν τελικά να παίξει σε αυτές. Η μια ήταν το ‘’Μια ζωή την έχουμε’’, η άλλη ‘’Αλίμονο στους νέους’’ και η τρίτη και πιο προφητική, το 1960 στο ‘’Ένας βλάκας και μισός’’. Σ’ αυτήν την ταινία όταν του την πρότεινε ο Γιώργος Λαζαρίδης, ο Λογοθετίδης αρνήθηκε ευγενικά λέγοντας : «Δεν έχω αντίρρηση να γίνω Ένας βλάκας και μισός, αλλά είμαι σίγουρος πως θα σε κάψω. Όπως είμαι τώρα, δε βλέπω να τελειώνω το γύρισμα..». Πράγματι σε ένα μήνα ο Λογοθετίδης έφυγε για την γειτονιά των Αγγέλων.

Το 1957 είχε πάθει έμφραγμα και εννοείτε πως οι γιατροί του είχαν πει να μην κουράζεται και να προσέχει, αλλά εκείνος δεν έδωσε και πολύ βάση στα λόγια των γιατρών και συνέχισε κανονικά και με τους ίδιους ρυθμούς τις επαγγελματικές του υποχρεώσεις. Το μόνο που έκανε  για να μπορέσει να βγάλει την κάθε παράσταση, έπαιρνε κρυφά υπογλώσσια χάπια. Αυτά τον βοηθούσαν να παίζει με τέτοιο τρόπο που και ο ίδιος νόμιζε ότι δεν είχε τίποτα. Όμως έδειχνε καταβεβλημένος και κουραζόταν εύκολα. Συνήθιζε τα μεσάνυχτα που τελείωνε η παράσταση να πηγαίνει σε ένα ουζάδικο στη γειτονιά του, να πίνει κανένα ποτηράκι, αν και μετά το έμφραγμα είχε ελαττώσει το ποτό και το τσιγάρο (στα μόνα που άκουσε λίγο τους γιατρούς).  Έτσι ένα απόγευμα που ετοιμαζόταν να πάει στο θέατρο, ξαφνικά έπαθε καρδιακή συγκοπή. Είχε εκμυστηρευτεί στους συναδέλφους του, ότι όταν θα ερχόταν η μέρα του θανάτου του, ήθελε να τον βρει στο θέατρο. Τελικά τον βρήκε την ώρα που θα πήγαινε στο θέατρο.

Πέθανε μόνος, χωρίς να έχει κάποια συντροφιά. Τον βρήκε η γυναίκα που του καθάριζε το σπίτι, μέσα στο μπάνιο, την ώρα που ξυριζόταν, για να πάει στο θέατρο.

Ο θάνατος του επήλθε στις 20 Φεβρουαρίου 1960, σε ηλικία, περίπου, 62 χρονών. Η κηδεία του έγινε δημοσία δαπάνη, στο Μητροπολιτικό Ναό Αθηνών και παρευρέθηκε τεράστιο πλήθος 50.000 ανθρώπων, που τον αγάπησαν και ένιωσαν πως έφυγε ο δικός τους άνθρωπος.

Τα λόγια είναι τόσο λιγοστά, μπροστά σε τέτοιους Μεγάλους ανθρώπους. Μεγάλοι στην ψυχή, Μεγάλοι στην καρδιά, Μεγάλοι στα συναισθήματα, Μεγάλοι Καλλιτέχνες.

[ Πηγή άρθρου ]

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *