Καπιταλισμός – Η φούσκα που μας κυβερνάει

Γραφει η Έλλη Πράντζου

Τον τελευταίο καιρό τυχαίνει να διαβάζω ή να ακούω όλο και συχνότερα απόψεις υποστηρικτών του καπιταλισμού. Ορμώμενη από αυτές αποφάσισα να εκφράσω τόσο τον ακραίο προβληματισμό μου όσο και την έντονη απογοήτευσή μου, συναισθήματα τα οποία σε συνδυασμό πολλές φορές γεννούν οργή.

Θα ξεκινήσω από τα για πολλούς μάλλον μη αυτονόητα. Το ότι δε γεννηθήκαμε όλοι ίδιοι δε σημαίνει ότι δε θα έπρεπε να είμαστε ίσοι. Κι όταν λέω ίσοι εννοώ με βάση τα δικαιώματα, τις ευκαιρίες και τις ανθρώπινες ανάγκες, όχι τις πλαστές που μας μπουκώνει η υπερ/παραπληροφόρηση του καπιταλισμού. Εννοώ ίσοι με βάση το ότι όλοι προσφέρουμε ο καθένας σύμφωνα με τον -απαραίτητο- τομέα του βασιζόμενοι στην εξίσου ιδιαίτερη κι απαραίτητη κλίση μας. Ίσοι εν ολίγοις με βάση στοιχειώδεις έννοιες κι αξίες.

Αν, για παράδειγμα, κάποιος ανήκει στον κλάδο των εκπαιδευτικών και κάποιος άλλος είναι κτηνίατρος ποιος θα τους συγκρίνει ώστε να κοστολογήσει το έργο του ενός παραπάνω από του άλλου, με ποια κριτήρια και για ποιον λόγο; Αν, συνεχίζοντας, κάποιος είναι αρχιτέκτονας και κάποιος άλλος κτίστης ποιος θα αξιολογήσει τις ανάγκες ή τον κόπο επί της εργασίας του πρώτου παραπάνω από του δεύτερου;

Οι καπιταλιστές κατηγορούν τους αναρχικούς ως τουλάχιστον ισοπεδωτικούς επειδή πρεσβεύουμε το ίσο δικαίωμα όλων μας στη ζωή σεβόμενοι την κάθε πολύτιμη διαφορετικότητα ως εξίσου απαραίτητη με άλλες. Ένα γνωστό απόφθεγμα λέει: “ Όλοι είναι ιδιοφυΐες. Αλλά αν κρίνεις ένα ψάρι από την ικανότητά του να σκαρφαλώσει σε ένα δέντρο, θα περάσει όλη του τη ζωή νομίζοντας ότι είναι ηλίθιο.”

Οι καπιταλιστές, λοιπόν, μέσα σε όλα συγκρίνουν το ψάρι με τη μαϊμού για το πώς σκαρφαλώνουν σε ένα δέντρο κι επιβραβεύουν τη μαϊμού επειδή αυθαίρετα αποφάσισαν πως το σκαρφάλωμα είναι πιο σημαντικό και πως το ψάρι είναι γενικώς ανίκανο. Κάπως έτσι κάνεις δε νοιάζεται τελικά που ένα ψάρι ξέρει τέλειο κολύμπι αντί για σκαρφάλωμα. Κάπως έτσι επίσης οι καπιταλιστές σκοτώνουν τα κίνητρά μας, την όρεξή μας, την αποδοτικότητά μας, την παραγωγικότητά μας, εμάς τους ίδιους.

Οι καπιταλιστές αυθαίρετα αποφασίζουν ότι αξίζει μεγαλύτερη αμοιβή όποιος δηλώνει καριερίστας σε συγκεκριμένα επαγγέλματα τοποθετώντας μάλιστα την υπόλοιπη ζωή του σε δεύτερη μοίρα γιατί μόνο τότε μπορεί να θεωρηθεί φιλόδοξος κι ανταγωνιστικός. Πιστεύουν ότι ένας χειρώνακτας είναι δίκαιο να πληρώνεται για πάντα λιγότερα από κάποιον που σπούδασε λόγω των χρόνων που ο δεύτερος αφιέρωσε κάποτε στις σπουδές του. Να πούμε, βέβαια, κάπου εδώ πριν προχωρήσουμε πως είναι τραγική ειρωνεία το ότι ο χειρώνακτας μπορεί παράλληλα να σκίζεται κι εκείνος στη δουλειά απλώς το δικό του επάγγελμα δεν είναι μάλλον τόσο “in” όσο ενός φιλόδοξου καριερίστα. Φυσικά, επιστρέφοντας στο θέμα και για να μην παρεξηγηθώ, η πνευματική εργασία κι εξέλιξη πρέπει να ενθαρρύνονται χωρίς καμιά αμφιβολία. Απλώς όχι προκαλώντας πρακτικές ανισότητες μεταξύ εξίσου χρήσιμων για το σύνολο ανθρώπων.

Σε αυτήν την περίπτωση, λοιπόν, για να μη διαιωνίζονται οι μεγαλύτερες αντ-αμοιβές καταλήγοντας σε τέτοιου είδους ανισότητες θα μπορούσε ως υποστήριξη στην πνευματική εξέλιξη κι εκπαίδευση κάποιου, να παρέχονται ορισμένοι πόροι κατά τη διάρκεια πχ των σπουδών του ή της εκάστοτε παρόμοιας περιόδου. Κάτι τέτοιο φυσικά θα βοηθούσε και στο κομμάτι της επιβίωσης όσων επιλέγουν να σπουδάσουν την τέχνη ή την επιστήμη της επιλογής τους μιας κι ο χρόνος που αφιερώνεται στις σπουδές πολλές φορές δεν επιτρέπει όπως είναι λογικό την παράλληλη εργασία. Ως εδώ καλά. Δε νομίζω, όμως, να είναι καν λογικό από την άλλη πλευρά το να αμείβεται αρκετά περισσότερο για όλη του τη ζωή κάποιος ο οποίος κάποτε σπούδασε λες κι ο χτίστης από ‘κει κι έπειτα κοπιάζει λιγότερο, έχει λιγότερες ανάγκες και δικαιώματα ή είναι λιγότερο απαραίτητος κρίκος στην αλυσίδα.

Οι καπιταλιστές κατ’ επέκταση θεωρούν δίκαιο το να έχει κάποιος εκατομμύρια ενώ άλλοι σκοτώνονται για ψίχουλα μόνο και μόνο επειδή μπορεί, επειδή κληρονόμησε, επειδή είχε την ευκαιρία, επειδή ο κλάδος του πουλάει περισσότερο, επειδή πάτησε πτώματα, ίσως κι όλα τα παραπάνω. Οι καπιταλιστές θεωρούν πως πολλοί πλούσιοι είναι καλοί μόνο και μόνο επειδή κάνουν φιλανθρωπίες στους φτωχούς εκεί που οι αναρχικοί ζητάνε την εξωφρενική εξαρχής ισότητα αφού κανενός η αξιοπρέπεια δε θα έπρεπε να βασίζεται στην παραφουσκωμένη τσέπη κάποιου άλλου. Οι καπιταλιστές δεν ενοχλούνται καν για το ότι υπάρχουν πλούσιοι και φτωχοί, εκμεταλλευτές κι “υπήκοοι” παρά τσουβαλιάζουν όλους τους ανθρώπους σε ικανούς/φιλόδοξους άρα επιτυχημένους-πλούσιους και σε ρεμπεσκέδες/απροσάρμοστους άρα αποτυχημένους-φτωχούς.

Οι καπιταλιστές θεωρούν φυσιολογικό το ότι καθοριζόμαστε από ένα μέσον που οι ίδιοι δημιουργήσαμε υποτίθεται για να μας διευκολύνει κι όχι για να μας υποδουλώνει και να μας διχάζει. Οι καπιταλιστές θεωρούν πως οι πολλοί άνθρωποι είναι γρανάζια με μόνο μέλημα τη δουλειά και πως είναι λογικό να δουλεύουν στην πραγματικότητα για τους λίγους κι οι λίγοι να πλουτίζουν από τον δυσανάλογο κόπο των πολλών. Αρέσκονται στην εξωφρενική συσσώρευση πλούτου στα χέρια του ενός δικαιολογώντας τον με φράσεις όπως “δεν τα έκλεψε, τα δούλεψε”, λες κι οι περισσότεροι άνθρωποι δε δουλεύουν, παρασιτούν.

Οι καπιταλιστές θεωρούν τον καπιταλισμό αξιοκρατικό σύστημα γιατί μάλλον υποστηρίζουν ότι ξεκινάμε όλοι από ίδια πρακτικά αφετηρία. Πράγμα που στα μάτια τους δικαιολογεί την άνιση κατάληξη του καθενός. Παρ’ όλα αυτά αποκαλούν αφελείς τους αναρχικούς.

Οι καπιταλιστές πιστεύουν πως δεν είναι όλοι οι άνθρωποι εξίσου ικανοί ξεχνώντας πως εντός του συστήματος που έχουν οι ίδιοι δημιουργήσει πολλοί δεν έχουν καν την ευκαιρία να ανακαλύψουν -πόσο μάλλον να αναπτύξουν- την όποια ικανότητά τους σε οποιοδήποτε επίπεδο πριν κριθούν εν τέλει από τους μεγαλοπιασμένους. Οι καπιταλιστές βαφτίζουν ετσιθελικά χρήσιμες κι άχρηστες τις κλίσεις των ανθρώπων καταδικάζοντας πολλούς στην απόλυτη αδράνεια των ικανοτήτων τους και στην απόλυτη δυστυχία μιας καθημερινότητάς που τους φόρτωσαν με όπλο την επανάπαυση και τον φόβο.

Οι καπιταλιστές παρ’ όλα αυτά θεωρούν πως ο καπιταλισμός με έναν τρόπο ο οποίος θα απαιτούσε μάλλον ανθρώπους αγγελικά πλασμένους ώστε να εφαρμοστεί χωρίς διαφθορά, είναι ένα αξιοκρατικό στην ουσία του σύστημα. Ξεχνώντας πως οι ίδιοι οι άνθρωποι όταν νιώσουμε πως έχουμε την εξουσία (οικονομική στην προκειμένη) στα χέρια μας παύουμε τις περισσότερες φορές να λειτουργούμε αξιοκρατικά.

Οι καπιταλιστές μοιάζει να νοιάζονται πιο πολύ για τη στείρα πρακτική εξειδίκευση ανθρώπων-μηχανών που να συμφέρουν την αγορά παρά για την παιδεία, την ψυχοκοινωνική ανάπτυξη και την πνευματική καλλιέργεια του ατόμου.

Οι καπιταλιστές μετρώντας τα πάντα με νούμερα και χρήμα θεωρούν πως είναι πειστικό επιχείρημα η εύρυθμη και καλά λειτουργία μιας καπιταλιστικής χώρας παραβλέποντας πως ακόμη και μεταξύ των χωρών υπάρχει τραγική ανισότητα κι εκμετάλλευση λόγω του καπιταλισμού.

Οι καπιταλιστές θεωρούν ευλογία τον εξαντλητικό ανταγωνισμό ως κίνητρο απόδοσης κι επιτυχίας αντί για την κλίση, την καύλα προς ένα αντικείμενο, τον αμοιβαίο σεβασμό, την υποστήριξη σε αυτό που πραγματικά αγαπάει κάποιος, το δικαίωμα στον προσωπικό χρόνο, την έμπνευση, την απρόσκοπτη δημιουργικότητα. Κι όλα τα παραπάνω πάντα με βραβείο και στόχο το χρήμα που εμείς οι ίδιοι καταστήσαμε τόσο εξωφρενικά απαραίτητο πέφτοντας σε μια τεράστια παγίδα την οποία οι καπιταλιστές αδυνατούν να αντιληφθούν καν. Ή ακόμη χειρότερα, προφανώς, δεν τους νοιάζει.

Οι καπιταλιστές θεωρούν ότι είναι εντάξει το να αποτελείς γρανάζι σε μια μηχανή που κάποιοι άλλοι άνθρωποι έχουν κατασκευάσει. Ότι είναι εντάξει που κάποιοι κατέληξαν να γίνουν εξαρτήματά της αντί να είμαστε όλοι χειριστές της. Οι καπιταλιστές νομίζουν ότι στηρίζουν τη διαφορετικότητα επειδή δημιούργησαν ανθρώπους δύο ταχυτήτων ισοπεδώνοντας ουσιαστικά τις πραγματικές, όμορφες διαφορές μας. Η διαφορετικότητα για εκείνους είναι στις τσέπες κι όχι στις προσωπικότητες κι αυτό τους φαίνεται δίκαιο.

Οι καπιταλιστές, ανακεφαλαιώνοντας, ξεχωρίζουν τους ικανούς και τους ανίκανους, τους επιτυχημένους και τους αποτυχημένους, τους πάνω και τους κάτω βασιζόμενοι τελικά στις διαφορετικότητές μας αποφασίζοντας για το ποιες κλίσεις αξίζουν και ποιες όχι πάντα με γνώμονα το δίπτυχο προσφοράς-ζήτησης, πάντα βασιζόμενοι στη ρεκλάμα και τη μόδα. Δίνουν βήμα στη θεοποίηση πολλές φορές όντως ανάξιων σε επίπεδο συμπεριφοράς ανθρώπων είτε επειδή αυτοί πουλάνε, είτε επειδή ξεπουλιούνται, προσφέροντας σ’ εκείνους τα πάντα ενώ άλλοι λιμοκτονούν. Και λιμοκτονούν όχι λόγω ανικανότητας ή τεμπελιάς όπως αρέσκονται αφελώς να υποστηρίζουν οι καπιταλιστές αρνούμενοι την ίδια τους την ξεφτίλα, αλλά επειδή ο καπιταλισμός ισοπεδώνοντας ανθρώπους κι αξίες εξαφάνισε τις ίσες ευκαιρίες για όλους προς πάσα κατεύθυνση.

Πίσω από κάθε άνιση, άδικη, κατασταλτική κατάσταση κρύβεται το συμφέρον των λίγων κι η αδίστακτη διεκδίκησή του. Παραβλέποντας σε βαθμό χυδαιότητας αναφαίρετα δικαιώματα όπως παιδεία για όλους, υγεία για όλους, ψυχαγωγία για όλους, ευ ζην για όλους, παραβλέποντας το περιβάλλον που καταστρέφεται με ιλιγγιώδεις ρυθμούς αφού χρησιμοποιούμε τα πάντα απροκάλυπτα με στόχο το χρήμα και πάντα αυτό, παραβλέποντας κάθε αξιοπρέπεια και καταπατώντας κάθε σεβασμό οι καπιταλιστές θέλουν να μας πείσουν πως αυτό είναι ρεαλισμός και μέσο ανάπτυξης.

Ας έρθει τελικά οποιοσδήποτε οικονομολόγος αν είναι υποστηρικτής του καπιταλισμού με στοιχεία να μου “αποδείξει” ότι λέω αβασιμότητες. Ακόμη κι αν μιλήσει βασισμένος σε έρευνες για το πώς ο καπιταλισμός φέρνει “ανάπτυξη” δε θα πείσει κανέναν μας γιατί εκείνος θα μιλάει ως υπηρέτης του χρήματος αναφερόμενος σε πλασματικές αξίες ενώ εμείς θα μιλάμε πάντα ως άνθρωποι αναφερόμενοι σε αξίες ανθρώπινες. Άνθρωποι που μέσα σε όλα ποθούν να είναι ανεξάρτητοι από ανθρώπων κατασκευάσματα. Και τι αξίζει περισσότερο εν τέλει;

[ Πηγή Άρθρου ]

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

error: Content is protected !!